ΑΓΙΑ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗ – LIVE SESSIONS

(17:49) Έχω απομακρυνθεί από τα υπόλοιπα άτομα του γκρουπ και περπατώ αμέριμνος στο κέντρο της Αγίας Πετρούπολης. Βεβαίως, επειδή η πόλη είναι τεράστια, είναι μάλλον φρονιμότερο να πω πως έχω ξεποδαριαστεί στο κέντρο της Αγίας Πετρούπολης.

(17:52) Θέλησα να πάω σαν σωστός χαζοτουρίστας στο άγαλμα του Πέτρου, γι’ αυτό ρώτησα έναν Ρώσο για οδηγίες. «Ευθεία, λίγο πιο κάτω» μου είπε. Ξεκίνησα λοιπόν κι εγώ να περπατάω και μετά από 20 λεπτά άρχισε να αχνοφαίνεται κάτι στον ορίζοντα το οποίο θα μπορούσε να είναι το άγαλμα του Πέτρου. Αν τον είχα μπροστά μου θα του έδινα ένα χαστούκι. Αυτό είναι κοντά ρε μπαγλαμά; Αν ήμασταν στη Θεσσαλονίκη θα είχαμε πάρει υπεραστικό λεωφορείο γι’ αυτήν την απόσταση.

(17:59) Για το Live Session θέλησα να έρθω σε ένα κεντρικό μέρος. Γύρω από την Дворцовая Площадь, την κεντρική πλατεία της Αγίας Πετρούπολης, δεν υπάρχει κανένα καφέ με θέα στην πλατεία. Οι Ρώσοι δεν ξεπουλάνε τα όμορφά τους κτίρια για να τα κάνουν Mikel. Για να σας πω την αλήθεια, πολύ μου κακοφάνηκε αυτό. Κι εγώ πού θα πάω τώρα;

(18:04) Περπατώ στη Невский проспект. Είναι ο κεντρικός δρόμος της Αγίας Πετρούπολης -κάτι σαν την Τσιμισκή, απλώς μεγαλύτερη, πιο φαντασμαγορική και γεμάτη ανθρώπους που μιλούν μόνο με σύμφωνα. Εντάξει, ξεχάστε το, δεν έχει καμία σχέση με την Τσιμισκή. Ίσως μοιάζουν στο γεγονός πως και οι Ρώσοι κορνάρουν κατά κόρον και κάνουν καγκούρικες αναστροφές με φτιαγμένες BMW.

(18:09) Έτσι όπως περπατούσα, κοίταξα αριστερά και είδα ένα καφέ στο οποίο σε διαφορετική περίπτωση αποκλείεται να καθόμουν. Ονομάζεται Литературное кафе και είναι αφιερωμένο στον μεγάλο Ρώσο ποιητή Александр Сергеевич Пушкин (=Πούσκιν). Βλέποντάς το απ’ έξω, πίστεψα πως για να σε αφήσουν να μπεις θα έπρεπε να έχεις εκδώσει 4 ποιητικές συλλογές, να έχεις πάρει 2-3 κρατικά βραβεία και να ανεβάζουν διάφοροι στο Facebook αποφθέγματα από τα βιβλία σου. Έτσι, πήρα το θάρρος και μπήκα μέσα διστακτικά. 

(18:14) Ο γέρος στη γκαρνταρόμπα με κοίταξε σαν να έχω κατέβει από κάποια στάνη, κι εγώ του έδωσα το μπουφάν μου μιλώντας του όσο καλύτερα ρωσικά μπορούσα. Μπήκα λοιπόν μέσα στο καφέ, το οποίο έχει περίτεχνες λάμπες που μοιάζουν με δέντρα, ένα λευκό πιάνο με ουρά, καρέκλες με ακριβή επένδυση και μαρμάρινους καθρέφτες. Η αλήθεια είναι πως, όταν μπήκα μέσα, ένιωσα να λερώνω τον χώρο με μια αύρα εντόνως ακαλλιέργητη, η οποία ερχόταν σε πλήρη αντιδιαστολή με την λευκότητα των μαρμάρων και του πιάνου.

(18:21) Έχω καθίσει σε ένα τραπέζι δίπλα στο παράθυρο κι έχω θέα στην Невский проспект. Ο σερβιτόρος με πλησίασε διστακτικά, με ένα περπάτημα δηλωτικό απορίας. “Τι μπορεί να θέλει ετούτος;” φώναζαν από μακριά τα βήματά του. Του παρήγγειλα έναν καφέ και τον ρώτησα αν μπορώ να χρησιμοποιήσω το λάπτοπ μου. “Ну конечно” (=μα φυσικά) μου αποκρίθηκε. Μου φάνηκε περίεργο. Ίσως και να το μετάνιωσε όταν με είδε να βγάζω 4 φορτιστές και 25 καλώδια. Μέχρι τώρα πάντως δεν με έχουν πετάξει έξω με τις κλωτσιές, μα μην ανησυχείτε, έχουμε ακόμη μέχρι τις 7.


(18:29) Η αλήθεια είναι πως μπαίνοντας στο καφέ, νιώθεις καλλιεργημένος, πολιτισμένος. Το καφέ αυτό είναι ένα τραμπολίνο στο οποίο πήδηξε το πολιτισμικό σου επίπεδο και έχει πλέον εκτιναχθεί στα ύψη. Μια μελαγχολική μελωδία πιάνου συμπληρώνει το σκηνικό. Α, βέβαια. Η κουλτούρα κόβεται με το μαχαίρι εδώ μέσα, την αναπνέεις από τη μύτη και τη νιώθεις να σου γεμίζει τους πνεύμονες. 

(18:32) Από έξω πέρασε μια σειρά αστυνομικών. Μέτρησα 7. Περπατάνε ο ένας πίσω από τον άλλον και είναι εξαιρετικά επιβλητικοί. Φορούν το κλασικό ρωσικό καπέλο με τα μεγάλα μαύρα αυτιά. Έχω αγοράσει κι εγώ ένα ίδιο. Αναρωτιέμαι γιατί με στραβοκοιτούν τόσο πολύ όταν το φοράω. Ίσως έχει να κάνει με το γεγονός πως έχει ένα σφυροδρέπανο μπροστά, ναι, μάλλον αυτό θα είναι.

(18:38) Μπήκε μια παρέα κι έδωσε τα παλτά της στον κύριο γκαρνταρομπά. Καταλάβαινα ακριβώς τι έλεγαν. Ω, μα πόσο καλός έχω γίνει στα Ρωσικά. Καταλαβαίνω πλέον άριστα. Είμαι πολύ περήφανος με τον εαυτό μ… για κάτσε. Ετούτοι δε μιλούν ρωσικά, μιλούν Ελληνικά! Τους μιλώ, έχουν έρθει από την Κω και επισκέπτονται μια φίλη τους που μένει στην Αγία Πετρούπολη. Για δες πόσο μικρός είναι ο κόσμος: σε ένα μικρό καφέ στην Αγία Πετρούπολη συναντήθηκαν 6 Έλληνες. Με ενθουσιάζουν οι πιθανότητες που πραγματοποιούνται, παρά την ισχνότητά τους.

(18:43) Ένα ζευγάρι ήρθε κι έκατσε απέναντί μου, ακριβώς δίπλα από το πιάνο. Μα τι σκηνικό για ραντεβού: κεράκι (με ήλιο έξω), μελαγχολικές νότες πιάνου, πολυέλαιοι με φύλλα χρυσού, πορσελάνινα σερβίτσια, λευκό πιάνο με ουρά και καλοντυμένοι σερβιτόροι. Κακομοίρη μου, θα το βάλεις βαθιά το χέρι στην τσέπη. Αυτή φαίνεται να μην περνάει και τόσο καλά, το βλέπω ξινισμένο το πρόσωπό της. Και τι θες κυρά μου δηλαδή για να σκάσεις ένα χαμογελάκι; Να σου φέρει το μπαλσόι μπαλέτο να χορέψει στο διπλανό τραπέζι; Πάντως αν μετά από όλα αυτά δεν σου κάτσει, ε τότε δε ξέρω πια τι άλλο μπορούσες να κάνεις. Ίσως να ελευθερώσεις 100 λευκά περιστέρια από την ουρά του πιάνου. Αν το κάνεις κι αυτό, ε τότε θα γαμήσεις.

(18:49) Μια πολύ καλοντυμένη κυρία ήρθε κι έκατσε διαγώνιά μου. Παρήγγειλε πολλά και διάφορα πιάτα, μαζί με έναν χυμό τομάτας -ναι, το πίνουν εδώ αυτό. Όσο ο σερβιτόρος φέρνει τα πιάτα, ζωγραφίζεται με πιο έντονα χρώματα στο πρόσωπό της ένα αίσθημα δυσφορίας. Ίσως να σκέφτεται πως το επόμενο πιάτο που θα φέρει ο σερβιτόρος θα είναι ένας άνθρωπος να κάτσει απέναντί της. Δυστυχώς αυτό δεν υπάρχει στον κατάλογο του Литературное кафе. Ρουφάει τη σούπα κάνοντας θόρυβο. Πάει να πάρει ένα ψωμάκι, όμως έχουν τελειώσει. Φωνάζει τον σερβιτόρο, όμως ούτε αυτός την ακούει. Είμαι μάρτυρας μιας στιγμής έντονης δυστυχίας, με ένα ζευγάρι και μια μοναχική κυρία να στροβιλίζονται πάνω στην ίδια γαλάζια σφαίρα, όμως με εντελώς διαφορετικές τροχιές.

(18:55) Οι Έλληνες έφυγαν. Ο ένας ήρθε και με έπιασε από τους ώμους, σαν να με ήξερε χρόνια. Σε έναν τόσο μακρινό τόπο, οτιδήποτε σου θυμίζει το σπίτι σου το παίρνεις και το φυλάς βαθιά στην τσέπη σου. Με χαιρετούν και φεύγουν. “Καλή συνέχεια”. Προσπαθώ να κουνήσω το λάπτοπ λίγο πιο πίσω και ρίχνω το αλάτι. Ευτυχώς δε σπάει. Όλα εδώ μέσα είναι τόσο λευκά: οι τοίχοι, οι ψεύτικες αψίδες, οι ακριβές κουρτίνες, το πιάνο και τα κρύα μάρμαρα. Θυμίζει το εσωτερικό ενός τεράστιου τάφου, πολυτελούς, εντυπωσιακού και περίτεχνου.


(19:02) Καθώς τελειώνει η ώρα στο Литературное кафе, βλέπω ένα ζευγάρι απέναντι να γελά με αστεία που, ακόμη κι αν τα άκουγα, δε θα τα καταλάβαινα. Το ζευγάρι του ραντεβού κρατιέται χέρι-χέρι. Η μοναχική κυρία κοιτά το κινητό της και χαμογελά -η τροχιά του στροβιλίσματός της σ’ αυτήν τη γαλάζια σφαίρα είναι πολύ περίπλοκη για να τη συλλάβω σε τόση λίγη ώρα. Ακόμη κι εδώ, τόσα χιλιόμετρα μακριά από ένα κομμάτι γης που μπορώ να ονομάσω “σπίτι”, βλέπω πως οι άνθρωποι κατά βάθος ψάχνουν τα ίδια: ένα καλό μέρος να φάνε, μια καλή ιστορία να διηγηθούν κι έναν άνθρωπο να τους κρατά το χέρι.

This Live Session has ended. See you next Friday.

Advertisements
Tagged with: