Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΑΝΙ – PART I

Το σκούρο μπλε ταξί έστριψε δεξιά μετά τα έργα του μετρό και κοκκάλωσε απότομα τα φρένα, προκαλώντας το αμάξι που ερχόταν από πίσω να κορνάρει με αγανάκτηση.

-Καιρός ήταν, μουρμούρισε ο ταλαιπωρημένος κύριος Λεβή, ανοίγοντας την πόρτα και περιμένοντας τον οδηγό του ταξί να του δώσει τη μικρή του βαλίτσα.

Ο οδηγός του χαμογέλασε με ένα βρώμικο χαμόγελο και του ζήτησε 20 ευρώ για τη διαδρομή -μια διαδρομή πολύ μεγαλύτερη από αυτή που του είχε υποσχεθεί όταν τον παρέλαβε από το αεροδρόμιο. Ο κύριος Λεβή δεν ήταν επιθετικός άνθρωπος. Τον πλήρωσε παρατηρώντας τους λεκέδες ιδρώτα στο πουκάμισό του, κι ο οδηγός μπήκε στο ταξί και εξαφανίστηκε μέσα σε ένα σύννεφο μαύρου καπνού.

Ο κύριος Λεβή σήκωσε τη μικρή του βαλίτσα και προχώρησε μέσα στην οδό Βαμβακά, ενώ στα αριστερά του υψωνόταν ένας επιβλητικός τρούλος που φαινόταν παρατημένος στην άκρη του χρόνου. Όλα σε αυτήν την πόλη έτσι του φαίνονταν -αφημένα. Μια πόλη γεμάτη θραύσματα μιας άλλης ζωής.

Ο κύριος Λεβή είδε την ταμπέλα που του περιέγραψε ο οδηγός του ταξί: «Caravan B&B», με πολλά χρώματα να ξεπηδούν από τη ρεσεψιόν και τις καρέκλες του καφέ. Άνοιξε διστακτικά την πόρτα και μια ήπια μουσική έφτασε στ’ αυτιά του. Στα αριστερά του κρεμόταν στον τοίχο ένας μεγάλος χιλιογραμμένος πίνακας. Μια φωτεινή υδρόγειος του έκλεψε μια ματιά. Ο ρεσεψιονίστ τον κοιτούσε ερευνητικά, αλλά καλοπροαίρετα.

-Καλησπέρα σας, του είπε με ένα χαμόγελο ο υπάλληλος. Είστε μόνος;

-Καλησπέρα, ναι, μόνος. Θα ήθελα ένα δωμάτιο για ένα βράδυ.

Ο υπάλληλος έψαξε στον υπολογιστή μπροστά του. Κύλησαν μερικά δευτερόλεπτα αμηχανίας, στα οποία ο κύριος Λεβή χτυπούσε αμήχανα τα δάχτυλά του στον πάγκο.

-Είστε τυχερός, του είπε ο υπάλληλος. Το δωμάτιο 30 είναι διαθέσιμο λόγω ακύρωσης της τελευταίας στιγμής. Σας ενδιαφέρει;

Ο κύριος Λεβή αναρωτήθηκε πού την είδε ο υπάλληλος την τύχη. Δε θα έπρεπε καν να ζητιανεύει δωμάτιο σ’ αυτήν την ακυβέρνητη πολιτεία που ονομάζεται Θεσσαλονίκη. Θα έπρεπε να βρίσκεται σε μια πτήση προς το Βερολίνο. Περίπου τέτοια ώρα θα σέρβιραν τον καφέ. Πάντα ήθελε μια σταγόνα γάλα στον καφέ του: του άρεσε να την αφήνει να πέφτει και να τη βλέπει να χρωματίζει το μαύρο υγρό με ένα αόρατο λευκό πινέλο. Στα μάτια του φάνταζε μια λευκή έκρηξη, έτσι ήταν ο κύριος Λεβή -έβλεπε παντού νίκες.

-Κύριε…; Σας ενδιαφέρει;

Ο κύριος Λεβή επανήλθε στην Θεσσαλονίκη, αρκετά μέτρα κάτω από την πτήση και τον καφέ με γάλα που έχασε περίπου μια ώρα πριν. Ντράπηκε που φάνηκε αφηρημένος στα μάτια του υπάλληλου, ίσιωσε τα γυαλιά του, σκούπισε με το μαντήλι του το ιδρωμένο του κούτελο και του αποκρίθηκε πως ναι, τον ενδιαφέρει το δωμάτιο.

-Το όνομά σας; Τον ρώτησε ο υπάλληλος.

-Λεβή, Αλμπέρ Λεβή, του είπε ο κύριος Λεβή καθώς του έδινε το γερμανικό του διαβατήριο.


Ο κύριος Λεβή πέρασε την κάρτα από τον αισθητήρα και άκουσε το χαρακτηριστικό «κλακ» που έκανε το λαμπάκι να πρασινίσει. Αισθάνθηκε μια εξουθενωμένη ικανοποίηση που κάτι του πήγε δεξιά εκείνη τη μέρα. Μπήκε μέσα στο φωτεινό δωμάτιο και παρατήρησε τις ακτίνες του ηλίου να γλιστρούν μέσα απ’ τις κουρτίνες και να πέφτουν στο πάτωμα σαν φιτίλι ελπίδας. Το δωμάτιο του φάνηκε πολύ όμορφο. Οι παλιές πολυθρόνες, το παλιό τηλέφωνο και οι καλοδιπλωμένες πετσέτες του δημιουργούσαν την ανάγκη να ξαπλώσει στο πάτωμα, για να μη χαλάσει τίποτε από την γλυκιά αυτή αρμονία.

Το δωμάτιο αυτό ήταν το μόνο πράγμα στη Θεσσαλονίκη που του άρεσε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Τράβηξε λίγο την κουρτίνα και ατένισε έναν μεγάλο δρόμο που περνούσε μπροστά από το ξενοδοχείο -άκουσε τον ταξιτζή να την ονομάζει «Εγνατία». Αριστερά, ο μεγάλος τρούλος που είδε πριν φωτιζόταν σε όλο του το περασμένο μεγαλείο. Δεξιά, ένα ροζ κτίριο του τράβηξε το βλέμμα. Αναρωτήθηκε τι μπορεί να είναι, αλλά η σκέψη του πέταξε γρήγορα σε άλλα κτίρια, πολύ παλαιότερα και κακοσυντηρημένα. Κοίταξε τις προσόψεις μερικών και αναρωτήθηκε αν αυτή η γειτονιά της «Καλαμαριάς» που ανέφερε συχνά ο πατέρας του ήταν κάπου εκεί κοντά. Πόσα χρόνια είχαν περάσει; Μέτρησε νοερά και κατέληξε στο νούμερο 74. Έπνιξε έναν καυτό πίδακα θλίψης που ανέβαινε από τα σπλάχνα του και τράβηξε απότομα την κουρτίνα. Όλα αυτά δεν έμοιαζαν να έχουν κανένα απολύτως νόημα.

Ο κύριος Λεβή αποφάσισε να χαλάσει την αρμονία. Πήρε τις πετσέτες και τις τοποθέτησε ευλαβικά σε ένα έπιπλο στο κέντρο του δωματίου, κάτω από έναν όμορφο οβάλ καθρέφτη με ξύλινη κορνίζα. Ήταν τόσο οργανωτικός και προσεκτικός με ό,τι κι αν άγγιζε: ο πατέρας του συχνά έλεγε πως κουβαλούσε πάντα έναν γυάλινο κύκνο. Ο ίδιος φούσκωνε σαν παγόνι από χαρά, γιατί ήξερε πως ο πατέρας του μιλούσε πάντα συμβολικά. Ο κύριος Λεβή δεν είχε ποτέ του κουβαλήσει κύκνους: μια ζωή κουβαλούσε ασχημόπαπα, τα οποία έπαιρναν αίγλη από το τρυφερό του άγγιγμα και γινόντουσαν κύκνοι.

Ο πατέρας του μιλούσε συχνά για τη «φτωχομάνα» Θεσσαλονίκη. Μιλούσε για τον λευκό πύργο, για τα κάστρα και την Καμάρα. Μιλούσε για την όμορφή της θάλασσα, για τα καλντερίμια της, τους μεζέδες της και τα μαγαζάκια της. Είχε μια περίεργη γυαλάδα στο βλέμμα του όταν μιλούσε γι’ αυτήν την πόλη, και μια άσβεστη δίψα να τον αξιώσει ο Θεός να την ξαναεπισκεφτεί κάποτε.

Πού τέτοια τύχη ο γέρο-Λέων -ήταν σαν να του ‘χε ο Θεός την πλάτη γυρισμένη μια ζωή. Όταν τον έδιωξαν από το Άουσβιτς, βρήκε τον τρόπο κι έφτασε μέχρι το Βερολίνο, όπου σιγά-σιγά έχτισε τη ζωή του. Η ζωή δεν ήταν εύκολη για έναν ελληνοεβραίο στο Βερολίνο. Οι καιροί ήταν δύσκολοι κι ο γέρο-Λέων έκανε χίλιες δουλειές για να τα βγάλει πέρα, αν και ήταν ταλαιπωρημένος, αδυνατισμένος και ολομόναχος.

Ο πατέρας του ήταν σαν να ‘χε μπροστά του πάντα ένα λαμπερό φως, το οποίο τον οδηγούσε μέσα από το πηκτό σκοτάδι. Έζησε μια ζωή δύσκολη, γεμάτη πόνο, άγχος, κούραση και δουλειά -κι όμως δεν το έβαλε ποτέ κάτω. Είχε μια ατελείωτη αγάπη για την πατρίδα του και την πόλη του, τη Θεσσαλονίκη, γι’ αυτό και στο σπίτι μιλούσαν πάντα ελληνικά. Τα γερμανικά του ήταν απαράδεκτα, δε δέχτηκε ποτέ να μάθει παραπάνω από τα απαραίτητα. Ήθελε τα παιδιά του να μάθουν ελληνικά και μια μέρα να τα αξιώσει ο Θεός και να γυρίσουν στην πόλη τους, τη Θεσσαλονίκη.

Κι όμως, ο Αλμπέρ και τ’ αδέρφια του δεν αγάπησαν ποτέ αυτήν την πόλη, ίσως επειδή δεν την έζησαν ποτέ. Την συνέδεσαν με την εκκίνηση του πιο φριχτού ταξιδιού, στη σκέψη του οποίου σταματούσε ο νους τους. Τα παιδιά του κυρίου Λεβή είχαν συνδέσει άρρηκτα τη Θεσσαλονίκη με μνήμες που στο άγγιγμα πονούν.


Ο κύριος Λεβή ήταν ξαπλωμένος, όμως ο ύπνος δεν τον έπαιρνε. Στο μυαλό του στροβιλίζονταν φλόγες, βαγόνια, κραυγές μιας άλλης ζωής που πλησίαζε απειλητικά και η μνήμη του πατέρα του, όπως τον είδε για τελευταία φορά πριν 4 χρόνια. Ήταν, όπως πάντα, χαμογελαστός, με βλέμμα που ταξίδευε σε μια άλλη πολιτεία. Σ’ αυτήν που ο Αλμπέρ είχε τώρα ξεμείνει, επειδή έχασε την ενδιάμεση πτήση για Βερολίνο. Ο Αλμπέρ δεν ήταν δειλός, καθόλου: είχε απλώς κουραστεί να επαναφέρει στη μνήμη του γεγονότα τόσο οδυνηρά. Είχε κουραστεί να χαρακτηρίζεται από κάτι τόσο απάνθρωπο και να λαμβάνει ως μόνιμη απάντηση κουνήματα του κεφαλιού και χτυπήματα στον ώμο.

Η μνήμη του πατέρα του τον τίναξε σαν ελατήριο. Σηκώθηκε πάνω, ντύθηκε, έβαλε τα καλά του παπούτσια και κατευθύνθηκε προς τη ρεσεψιόν. Εκεί συνάντησε έναν διαφορετικό υπάλληλο, ο οποίος με χαρά τον οδήγησε σε ένα κυκλικό τραπέζι. Του έφερε ένα παραδοσιακό γλυκό το οποίο ονόμασε «υποβρύχιο» και έναν χάρτη της πόλης με σημειωμένα τα μνημεία, τους χώρους ενδιαφέροντος, τα μουσεία και κάθε τι που είχε να παρουσιάσει η Θεσσαλονίκη. Το μάτι του κυρίου Λεβή δεν φάνηκε να γεμίζει από τις εγκάρδιες περιγραφές του υπαλλήλου. Η απογοήτευση στο βλέμμα του τον έκανε να αισθανθεί άσχημα: σιχαινόταν που ήταν τόσο προκατειλημμένος απέναντι σ’ αυτήν την πόλη, όμως του φαινόταν ένα δύσβατο βουνό, άγριο και αφιλόξενο.

Ο υπάλληλος ξεκίνησε να του μιλά για το διπλανό κτίριο. Το ονόμασε Καραβάν-Σαράι. Του διηγήθηκε την σπουδαία του ιστορία, πώς λειτουργούσε ως «κέντρο διερχομένων» από τον καιρό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπου υποδεχόταν τους ταξιδιώτες και τους εμπόρους, φυλούσε τα άλογά τους στον κάτω, τεράστιο όροφο, και τους κοίμιζε στον ημιόροφο. Το 1917 όμως η Θεσσαλονίκη βασανίστηκε από τις φλόγες μιας τεράστιας πυρκαγιάς. Το Καραβάν-Σαράι δεν γλίτωσε και ξαναχτίστηκε μετά από αρκετά χρόνια. Λειτούργησε σαν πιάτσα αγοραίων ταξί, φιλοξένησε πρόσφυγες κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, διετέλεσε Δημαρχείο για πάρα πολλά χρόνια, για να φτάσει σήμερα να δέχεται αγέρωχα και υπομονετικά την φθορά του χρόνου.

Ο κύριος Λεβή άρχισε να συμπαθεί το διπλανό παρατημένο κτίριο. Φάνταζε τόσο φιλόξενο. Ίσως κάποτε κάποιος συγγενής του φιλοξενήθηκε εκεί κάποια μέρα που αναζήτησε καταφύγιο στη Θεσσαλονίκη. Πόσο ειρωνικό -τόσα χρόνια μετά, ο ίδιος βρήκε καταφύγιο μια ανάσα παραδίπλα από το Καραβάν-Σαράι. Ο υπάλληλος εκείνη τη στιγμή έβαλε το χέρι του στον ώμο του Αλμπέρ: τον κοιτούσε βαθιά στα μάτια, δίχως ίχνος θλίψης, και δεν κουνούσε το κεφάλι του με λύπηση.

-Η Θεσσαλονίκη, κύριε Λεβή, είναι μια μεγάλη αγκαλιά.

Ο Αλμπέρ ταρακουνήθηκε από την ειλικρίνεια αυτής της πρότασης. Από τα λιγοστά που είχε δει μέχρι τώρα στη Θεσσαλονίκη είχε συναγάγει πως, όντως, είναι πολύ ανομοιογενής. Είναι σαν μια σούπα με χίλια μπαχάρια: καυτερή, πικρή, γλυκιά, ξινή, όμως τόσο νόστιμη που ταΐζει γενιές επί γενεών. Πήρε τον χάρτη της πόλης, τον δίπλωσε με ευλάβεια, όπως συνήθιζε, και σηκώθηκε.

-Έχετε να μου προτείνετε κάποιο μέρος από το οποίο θα ήταν καλύτερο… ίσως πιο αρμόζον, τέλος πάντων, να ξεκινήσω…;

-Πηγαίνετε όπου σας οδηγούν τα βήματά σας, κύριε Λεβή. Η ματιά σας μου μαρτυρά πως έχετε ξανάρθει.

-Ίσως σε μια άλλη ζωή, είπε ψιθυριστά ο κύριος Λεβή και βγήκε στη ζεστή μέρα.


Ο Αλμπέρ πήρε να κατεβαίνει τον μεγάλο δρόμο στον οποίον τον άφησε το ταξί. Στο βάθος αχνοφαινόταν η θάλασσα -ήταν σίγουρα ο Θερμαϊκός κόλπος τον οποίο εκθείαζε συχνά ο πατέρας του. Δεξιά και αριστερά του υψώνονταν κτίρια διαφορετικού ύψους και χρονολογίας. Σε άλλα κτίρια που φαινόντουσαν πολύ παλιά, κάποιος είχε ανοίξει ένα μαγαζί με σύγχρονα, φτηνά και άσχημα -για τα μάτια του κυρίου Λεβή- ρούχα.  Ένας ζητιάνος έπαιζε έναν σοβιετικό σκοπό, εξαιρετικά φάλτσα. Δυο άντρες τον προσπέρασαν φουριόζοι, μιλώντας μια γλώσσα που του φάνηκε Αρμενικά, ενώ ένας παπάς με μαύρα ράσα, ιδρωμένος λόγω της ζεστής ημέρας, περνούσε διαγώνια μια πολύβουη διασταύρωση. Ο κύριος Λεβή ήταν ένας εξαιρετικά αισιόδοξος άνθρωπος, έβλεπε εκρήξεις φωτός σε πηχτά σκοτάδια. Κι αυτή, σκέφτηκε, είναι μια έκρηξη σε έναν βαρετό, μονόχρωμο καμβά. Είχε μόλις αρχίσει να οσμίζεται τι είναι αυτός ο πολύχρωμος λεκές που ονομάζεται Θεσσαλονίκη.

Processed with VSCO with c7 preset

Έφτασε σε μια πλατεία και, ψάχνοντας τις ταμπέλες, είδε κάτι που δεν ήταν έτοιμος να αντικρίσει. Ήταν η Πλατεία Ελευθερίας, όπου είχαν συγκεντρωθεί με εντολή της Γερμανικής Στρατιωτικής Διοίκησης Θεσσαλονίκης-Αιγαίου όλοι οι άντρες Εβραίοι μια μέρα του Ιουλίου του 1942 -μεταξύ τους, κι ο πατέρας του. Τους μεταχειρίστηκαν χωρίς κανέναν σεβασμό: άλλους τους χτύπησαν όταν έκατσαν καταγής μετά την πολύωρη ορθοστασία, άλλοι υποχρεώθηκαν να εκτελέσουν επίπονες γυμναστικές ασκήσεις. Κανένας από τις τοπικές αρχές ή τους γύρω θεατές δεν έκανε τίποτε για να βοηθήσει. Ήταν όλοι σιωπηλοί μάρτυρες της αρχής μιας φρίκης.

Ο κύριος Λεβή συνέχισε να περπατά: αυτό έκανε άλλωστε μια ζωή, συνέχιζε να περπατά μετά τις γροθιές στο στομάχι. Κι εκείνη τη στιγμή, είδε με όραση κάπως θολή ένα μνημείο. Ήταν ένα μνημείο για το ολοκαύτωμα, των αδερφών Glid. Παρίστανε την επτάφωτο λυχνία και μαζί ένα πλέγμα ανθρωπίνων σωμάτων τυλιγμένων στις φλόγες. Κι εκεί, ανάμεσα στις αχτίδες του εκθαμβωτικού ήλιου και στα δάκρυα τα οποία άρχισαν να ρέουν αβίαστα από τα μάτια του, έψαχνε να αναζητήσει για χιλιοστή φορά τις αιτίες αυτού του εξευτελισμού. Κάθε φορά έφτανε όμως σε αδιέξοδο και κατάπινε την πύρινη μπάλα της αδικίας που έφτανε στο λαιμό του.

Σκληρό πράγμα η μνήμη: στο άγγιγμα πονά, φωνάζει, διαμαρτύρεται. Ένα δάχτυλο που σε χτυπά επίμονα στον ώμο και δε σ’ αφήνει σε ησυχία. Ο κύριος Λεβή περπάτησε το μονοπάτι της μνήμης, ακολούθησε τα θραύσματα μιας άλλης ζωής την οποία είχε βιώσει μόνο μέσα από τις θερμές κουβέντες του πατέρα του.

-Αυτό πάει να πει ελευθερία, σκέφτηκε. Δώσ’ τα μου όλα, Θεέ μου. Έχω ένα παρελθόν φυτρωμένο στην πλάτη μου και μια πικρή αδικία να μου καίει τα σπλάχνα, με φλόγες ίδιες μ’ αυτές εδώ μπροστά μου. Το μέλλον μου δε το φοβάμαι, το αγκάλιασα. Το παρελθόν δε το ξεχνώ, το βλέπω εδώ μπροστά μου, όμως, ω Θεέ μου, είμαι πολλά περισσότερο από αυτό. Αυτός ο κόσμος λιώνει σαν το κερί, όμως στερεοποιείται πάλι και στέκεται αγέρωχα απέναντι στη φλόγα. Οι ίδιες φλόγες που μ’ έκαψαν, με λευτέρωσαν.

(συνεχίζεται εδώ)

Advertisements