Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΕΝΑ ΚΑΡΑΒΑΝΙ – PART II

(το προηγούμενο εδώ)

Ο κύριος Λεβή σκούπισε τα μάτια του με το μαντήλι του και ξανακοίταξε το μνημείο. Από ακίνητο και ψεύτικο πήρε να λικνίζεται σαν φλόγα, κι οι μορφές του άρχιζαν να ζωντανεύουν, να δραματοποιούν την φρίκη. Ουρλιαχτά, ήχοι απόκοσμοι και μυρωδιά θανάτου τον έζωσαν. Βρέθηκε κι αυτός στην ουρά της φρίκης, να περιμένει, να αγωνιά. Και ξαφνικά, δίπλα του, άκουσε ένα κουαρτέτο εγχόρδων να παίζει κλασική μουσική, αποτελούμενο από μουσικούς τους οποίους περίμενε η ίδια μοίρα, καρτερικά.

“Dance me to your beauty with a burning violin” μουρμούρισε ο κύριος Λεβή. Κάθε τέλος, ακόμη κι αν είναι το τέλος μιας ύπαρξης, κρύβει μια ομορφιά, μια ολοκλήρωση -όρος βαθιά ερωτικός. Η στιγμή της απόλυτης παράδοσης, στον αγαπημένο σου ή στον θάνατο. Ο κύριος Λεβή ήλπιζε πω αυτό το φλεγόμενο βιολί, πριν καεί ολοκληρωτικά και γίνει στάχτη, να καλύψει με τη μελωδία του την ασχήμια αυτού του κόσμου. Έβγαλε το πορτοφόλι του από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του, το άνοιξε στο μέρος που φυλούσε τη φωτογραφία της οικογένειάς του κι απομακρύνθηκε σίγουρος πως έχει βρει τον παρτενέρ του γι’ αυτόν τον χορό που ονομάζεται ύπαρξη. “Dance me to the end of love” είπε, και το μνημείο δεν τον τρόμαζε πια το ίδιο.

Processed with VSCO with c7 preset

Ο κύριος Λεβή άνοιξε τον χάρτη, όντας ενοχλημένος που οι ντόπιοι θα τον περνούσαν για χαζοτουρίστα. Είδε πως ο υπάλληλος είχε κυκλώσει έντονα ένα σημείο κοντά του, τόσο που κόντεψε να σκίσει το χαρτί. «Λαδάδικα» διάβασε πλησιάζοντας το πρόσωπό του στον χάρτη. Το όνομα ξεπήδησε από τις εγγραφές της μνήμης του, με τον πατέρα του, γέρο πια, να μπαίνει στο σπίτι και να τοποθετεί το καπέλο του στον καλόγερο τραγουδώντας «τόσα δίνω, πόσα θες; Στα Λαδάδικα πουλάν αυτό που θες».

Έκανε μερικά βήματα διασχίζοντας την πλατεία και μπήκε σε έναν πεζόδρομο. Μια μυρωδιά φαγητού πλανιόταν στον αέρα. Δυο παππούδες περπατούσαν και γελούσαν δυνατά, ενώ ένα μηχανάκι πέρασε ξυστά από δίπλα του χωρίς να κάνει τον κόπο να σηκώσει το χέρι ως ένδειξη συγγνώμης. Θορυβώδεις παρέες ήταν καθισμένες έξω πίνοντας κι ένα μικρό παιδί έπαιζε ακορντεόν, περνώντας τις περισσότερες νότες σαν να μην υπήρχαν και τείνοντας το χέρι παρακλητικά, όμως και με μια δόση αδιαφορίας.

Στον Αλμπέρ άρεσε αυτή η γιορτή. Αυτή η πόλη του φαινόταν πολύ ζωντανή, πάντα έτοιμη να σηκωθεί και να πιάσει τον χορό. Μπήκε σε έναν άλλον πεζόδρομο ο οποίος ήταν γεμάτος μπαράκια. Από πάνω του ήταν κρεμασμένα εκατοντάδες χάρτινα σημαιάκια, εντελώς ακίνητα εκείνη τη στιγμή λόγω της άπνοιας. Ο κύριος Λεβή είχε αρχίσει να ζεσταίνεται -και το σκεφτόταν να μην φορέσει το σακάκι, τώρα θα πρέπει να το κουβαλάει στο χέρι, αποκαλύπτοντας μάλιστα και μια μεγάλη στάμπα ιδρώτα στην πλάτη.

Ο κύριος Λεβή απεχθανόταν να παρουσιάζει στους άλλους την πιο ανθρώπινη πλευρά του. Αυτή που θέλει να πιεί, να μεθύσει και να χορέψει, αυτή που κοιτά με λάγνο βλέμμα ένα όμορφο κορίτσι, ακόμη κι αυτή που κάνει πρόστυχα αστεία. Αυτή του η βλέψη για την τελειότητα τον είχε κάνει αρκετά δύσκαμπτο, κι όμως ώρες-ώρες ένιωθε πως είχε μέσα του ένα ανήμερο θεριό που έψαχνε απεγνωσμένα μια διέξοδο. Ο κύριος Λεβή ζούσε με την αγωνία πως, κάποτε, θα την έβρισκε.

Processed with VSCO with c7 preset

Βγήκε ξανά στην Τσιμισκή. Ο ήλιος τον έκανε να μισοκλείνει τα μάτια του καθώς ελισσόταν ανάμεσα στα αυτοκίνητα που ήταν σταματημένα στην κίνηση σε μια Τσιμισκή που κόχλαζε. Ένας οδηγός είχε αποφασίσει να κάνει όπισθεν στο χειρότερο σημείο. Οι υπόλοιποι αποφάσισαν να μην τον αφήσουν ατιμώρητο. Ο κύριος Λεβή παρατηρούσε τον οδηγό να αγανακτεί και να φωνάζει πως δεν υπάρχει λόγος να κάνουν έτσι, ένα λεπτό θα κάνει μονάχα και να τους απειλεί πως δεν έχουν ιδέα ποιος είναι.

-Πράγματι δεν έχουμε ιδέα ποιος είσαι, είπε στον εαυτό του ο κύριος Λεβή μπαίνοντας σε ένα μικρό στενάκι από την πάνω μεριά της Τσιμισκή.

Δεν ήθελε να το παραδεχτεί ούτε στον εαυτό του, αλλά η ησυχία και οι σκιές που δημιουργούσαν τα μεγάλα κτίρια στα στενάκια της περιοχής που σύμφωνα με τον χάρτη του ονομαζόταν «Άνω Λαδάδικα» τον είχαν ενθουσιάσει. Ίσως έφταιγε και λίγο το καμίνι της Τσιμισκή, αλλά για μια μικρή στιγμή ο κύριος Λεβή ένιωσε πως βρήκε αυτό που ήθελε -και φανταστείτε, δεν το έψαχνε καν.


 

Ο κύριος Λεβή είδε στο βάθος ένα μαγαζί που πουλούσε νεωτερισμούς. Χαμογέλασε και συλλογίστηκε πως οι νεωτερισμοί αυτοί πρέπει να ήταν κάπως ξεπερασμένοι. Κοίταξε δεξιά και είδε έναν όμορφο δρόμο, διακοσμημένο με άσπρες και κόκκινες χάρτινες λάμπες. Μια ταμπέλα εστιατορίου ήταν διακριτή, «Μικρή Μαρμίτα» -ήταν ωστόσο κλειστά. Ο κύριος Λεβή με έκπληξη συνειδητοποίησε πως η οδός ονομάζεται Ερνέστου Εμπράρ -ο ίδιος Εμπράρ που οικοδόμησε τη Θεσσαλονίκη μετά την μεγάλη πυρκαγιά του 1917, όπως του είχε πει ο υπάλληλος πριν φύγει από το ξενοδοχείο.

-Ίσως είναι καλύτερα εδώ πάνω, φίλε μου Ερνέστ, είπε ο κύριος Λεβή κοιτώντας γύρω του μην περάσει κανείς και τον θεωρήσει παλαβό. Αποφεύγεις και τα αδιάκριτα βλέμματα, συμπλήρωσε, μην έχοντας ωστόσο παρατηρήσει την καμουφλαρισμένη γιαγιά στον 2ο όροφο της απέναντι πολυκατοικίας η οποία, παρά το προχωρημένο της ηλικίας της, είχε άριστη ακοή κι έκανε τον σταυρό της για το παλικάρι που μιλάει μόνο του.


Ο Αλμπέρ συνέχισε να περπατά προς τα πάνω -είχε την εντύπωση πως η Θεσσαλονίκη γινόταν ολοένα και αυθεντικότερη όσο ανέβαινε προς τα πάνω, όχι πως είχε ιδέα περί αυθεντικότητας όσον αφορά τη Θεσσαλονίκη, αλλά τα γύρω παλιά κτίρια και τα ίχνη του αρχαίου δυτικού τείχους συμπλήρωσαν γλυκά τη σκέψη του. Βγήκε σε ένα μέρος όπου τα τείχη περνούσαν ξυστά δίπλα από ένα κτίριο. «Μυστίλλη» διάβασε στην ταμπέλα. «Μυστίλλη» ήταν ένα κομμάτι κόρας ψωμιού που χρησίμευε ως κουτάλι -τουλάχιστον έτσι διάβασε στον κατάλογο, τα ελληνικά του δεν ήταν πια και τόσο καλά. Έριξε μια ματιά στον όμορφο κήπο της Μυστίλλης και σύρθηκε ανάμεσα στα αρχαία τείχη και τον καινούριο τοίχο: ποτέ έως τότε δεν ένιωσε πιο κοντά στην ουσία της Θεσσαλονίκης. Αυτό είναι αυτή η πόλη -ένα μικρό πέρασμα ανάμεσα σε αρχαία και σύγχρονα τείχη, που καταλήγει σ’ ένα μέρος για να φας, να πιείς και να γελάσεις.


Ο Αλμπέρ σκέφτηκε πως πεινάει. Κάθισε στο διπλανό μαγαζί που ονομαζόταν «Σέμπρικο». Η διπλανή παρέα ήταν τουρίστες -ήταν Ολλανδοί- και μία από τις κοπέλες είχε εξαιρετικά ενοχλητικό γέλιο, βγαλμένο από καρτούν. Από τον τρόπο που μιλούσε στη σερβιτόρα, ο Αλμπέρ συνήγαγε πως ήταν ελαφρώς μεθυσμένη. Η σερβιτόρα ήρθε και στο τραπέζι του -παρήγγειλε πολλά πράγματα, αγχώθηκε πως δεν θα τα χωρέσει το τραπέζι. Πήρε μια μεγάλη μπύρα μιας ελληνικής μικροζυθοποιίας και περίμενε το φαγητό του. Πίσω από το συρματόπλεγμα μερικά παιδιά έπαιζαν μπάσκετ, ενώ ο κύριος Λεβή δεν μπορούσε να χωνέψει πως τα τείχη αυτά ήταν ένα οργανικό κομμάτι της πόλης. Στην πόλη του θα είχαν στήσει χοντρές γυάλινες προθήκες και θα χρέωναν τους επισκέπτες 12 ευρώ για να τα επισκεφθούν -7 για τους φοιτητές. Η σερβιτόρα διέκοψε τις επιχειρηματικές του ονειροπολήσεις και του έφερε τη σαλάτα και μια κανάτα νερό.

-Με συγχωρείτε δεσποινίς, ξέρετε δεν παρήγγειλα νερό…

Η σερβιτόρα τον κοίταξε σαν να κατέβηκε από άλλον πλανήτη, του χαμογέλασε και του είπε:

-Πάντα φέρνουμε νερό με το φαγητό κύριε. Πιείτε ή λουστείτε, όπως αγαπάτε.


 

Η μπύρα ήταν κάπως δυνατή. Ο κύριος Λεβή καθόταν στην καρέκλα του, πλήρης, ευτυχής και ελαφρώς μεθυσμένος. Ένιωθε πολύ κοντά στην ανθρώπινη πλευρά του -πολύ περισσότερο απ’ όσο οι νηφάλιες άμυνές του επέτρεπαν να αισθανθεί. Ήθελε να απλώσει το χέρι του, να φυλακίσει αυτό το συναίσθημα, να το κάνει μπάλα και να το κουβαλά πάντα στην τσέπη του. Και θα ήξερε πάντα πως αυτή η μικρή μπάλα έχει κάτι από Θεσσαλονίκη.

Εκείνη τη στιγμή, ένας μεθυσμένος τύπος πέρασε σε κακά χάλια από μπροστά του. Μουρμούριζε σε μια περίεργη γλώσσα που δεν ήταν ούτε ελληνικά, ούτε τουρκικά ούτε γερμανικά. Ήταν ένα περίεργο υβρίδιο, μια γλώσσα προβαβελική, με στοιχεία όλων των γλωσσών -ίσως οι μεθυσμένοι φτάνουν σε ένα τέτοιο σημείο τελείωσης που αμφισβητούν αποτελεσματικά ακόμη και τη θεϊκή βούληση. Ένας σερβιτόρος τον απομάκρυνε ευγενικά, χτυπώντας τον στην πλάτη με μια έκφραση γεμάτη λύπη για την κατάντια αυτού του ανθρώπου. Ο μεθυσμένος έβρισε στην ιστορική του γλώσσα και εκσφενδόνισε ένα χαρτί που κρατούσε, χωρίς να το πάρει το μάτι του σερβιτόρου. Το χαρτί εκτέλεσε -παρά την κατάσταση του αποστολέα του- μια τέλεια καμπύλη και προσγειώθηκε σε μια καρέκλα λίγο πιο μπροστά από τον Αλμπέρ.

Ο κύριος Λεβή το κοίταξε με περιέργεια: ήταν ένα ήδη ξυσμένο ξυστό που δεν ήταν «τυχερό». Ίσως η αιτία αυτής της προβαβελικής νέμεσης ήταν ακριβώς η κακή τύχη του περαστικού μεθυσμένου. Ίσως ο άνθρωπος αυτός επένδυσε με το μπερδεμένο του μυαλό όλες τις οικονομίες του -ή ακόμη και το βραδινό του- σε κάτι το οποίο ήταν βέβαιος πως θα του εξασφάλιζε μια ζωή γεμάτη άνεση και καλοπέραση -μια ζωή ίδια με αυτή αυτών εδώ που κάθονται και τρώνε ενώ εγώ δεν έχω ψωμί να βάλω στο στόμα μου. Και έτσι εκσφενδόνισε το «άτυχο» ξυστό, το οποίο ήταν εξαρχής άτυχο αλλά δεν το γνώριζε διότι επικαλυπτόταν με το μαγικό πλαίσιο της «δυνατότητας», της «ευκαιρίας». Χρατς. Αδημονία. Απογοήτευση.


 

-Όλα σ’ αυτή τη ζωή είναι μια συγκυρία, σκεφτόταν ο κύριος Λεβή περπατώντας προς το ξενοδοχείο.

Αναρωτιόταν τι ήταν αυτό που οδήγησε τον ζητιάνο αυτόν σε αυτήν την κατάσταση και τοποθετούσε δυνητικά τον εαυτό του στην ίδια κατάσταση. Μια αλυσίδα λανθασμένων αποφάσεων μπορεί να σε οδηγήσει στον πάτο. Οι άνθρωποι που θεωρούν πως είναι άτρωτοι, δεν είναι άνθρωποι. Ποτισμένοι με το άρωμα του εγωκεντρισμού, πορεύονται θεωρώντας πως ο μόνος αντίπαλος που δεν μπορούν να νικήσουν είναι ο θάνατος -γι’ αυτό σέρνονται μέχρι το τέλος, λιγδεροί, σάπιοι, νικημένοι. Εκείνη τη στιγμή, ο Αλμπέρ ένιωθε πως ο μοναδικός αντίπαλος που μπορούσε να νικήσει είναι ο θάνατος, κι αυτό γιατί δεν τον φοβόταν. Ένας Έλληνας συγγραφέας, ο Καζαντζάκης, είχε περιγράψει καλύτερα το αίσθημά του: «Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος».

-Βαπτίζω τα χέρια μου στην στέρνα της ανθρωπιάς, ραντίζω το λευκό πέπλο της ύπαρξής μου με κατακόκκινες κηλίδες. Δεν είν’ για σένα άνθρωπε ο Παράδεισος -δεν είν’ για σένα τα λευκά πινέλα, είπε ο κύριος Λεβή αναλογιζόμενος πως ελευθερία πάει να πει: ανοιχτή αγκαλιά. Και το μνημείο δεν τον τρόμαζε πια καθόλου.

Το μυαλό του Αλμπέρ ταξίδευε σε γωνίες που δεν επισκεπτόταν συχνά. Η Θεσσαλονίκη του ξεκλείδωσε νέα σταυροδρόμια να περπατήσει. Ήταν άλλωστε τα σταυροδρόμια της γεμάτα από πατημασιές χιλιάδων ανθρώπων από μέρη σε κάθε γωνιά της γης. Η Θεσσαλονίκη είναι ένα τεράστιο Καραβάν-Σαράι, μια τεράστια αυλή που υποδέχεται ταξιδιώτες από ολόκληρο τον κόσμο. Τους υποδέχεται, τους κοιμίζει και τους στέλνει στο καλό. Άλλωστε, όλοι περαστικοί είμαστε. Είναι η ζωή μας ένα καραβάνι κι οι σταθμοί της σεράγια λαμπρά.

Ο κύριος Λεβή έφτασε κουρασμένος στο ξενοδοχείο. Χάρισε το πιο λαμπρό του χαμόγελο στον υπάλληλο που καθόταν πίσω από τον πάγκο της ρεσεψιόν και ανέβηκε στο δωμάτιό του. Τον υπάλληλο πλημμύρισε μια άγρια χαρά -η Θεσσαλονίκη είχε πάλι νικήσει, και μάλιστα έναν αντίπαλο τόσο ισχυρό όσο οι δαίμονες του κυρίου Λεβή.

Ο κύριος Λεβή έβγαλε τα ρούχα του όπως-όπως, άφησε τα γυαλιά του στο ξύλινο κομοδίνο, έκλεισε το φως και βυθίστηκε στο σκοτάδι. Κοιμήθηκε έναν ύπνο πλούσιο και μεστό. Τα όνειρά του ήταν ταξιδιώτες από κάθε γωνιά της γης που σταματούσαν σε ένα συγκεκριμένο παγκάκι και συζητούσαν σε μια γλώσσα κοινή, προβαβελική, ίδια μ’ αυτή που μιλούσε ο ζητιάνος. Ανάμεσα στους ταξιδιώτες καθόταν κι ο ζητιάνος του απογεύματος, καλοντυμένος, ξυρισμένος, φορώντας ένα πανάκριβο ρολόι και γελώντας με την καρδιά του. Γύρισε το κεφάλι του, κοίταξε τον κύριο Λεβή και του έκλεισε το μάτι.


 

Ο κύριος Λεβή ξύπνησε με την εικόνα του καλοντυμένου ζητιάνου να έχει χαραχθεί στην μνήμη του σαν σχίσιμο σε καμβά. Σηκώθηκε με το κεφάλι του βαρύ, ντύθηκε, μάζεψε τα λιγοστά του υπάρχοντα και πήγε να βγει από το δωμάτιο. Ξαφνικά σταμάτησε και άνοιξε τις κουρτίνες που κοιτούσαν στην πολύβουη Εγνατία. Το φως πλημμύρισε το δωμάτιο κι έκανε τον κύριο Λεβή να κλείσει τα μάτια του, τυφλωμένος. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα και βγήκε στο μικρό μπαλκόνι. Το φως έπεφτε πιο γλυκιά στην πλάτη της Θεσσαλονίκης, την αναδείκνυε, την φώτιζε όπως της άξιζε.


Ο Αλμπέρ κατέβηκε στη ρεσεψιόν όπου τον περίμενε ο χθεσινός υπάλληλος. Παρέδωσε την κάρτα του δωματίου, υπέγραψε, πλήρωσε και έκανε να φύγει. Ο υπάλληλος τον κοιτούσε με ένα βλέμμα που μαρτυρούσε αγωνία. Ξερόβηξε και τον ρώτησε φορώντας το πιο πλατύ του χαμόγελο:

-Αυτό ήταν;

-Μέχρι την επόμενη φορά, του απάντησε ο κύριος Λεβή, σήκωσε ελαφρά το καπέλο σε ένδειξη ευγνωμοσύνης και βγήκε στη ζεστή μέρα.

Advertisements