ΗΜΕΡΕΣ ΑΝΩ ΠΟΛΗΣ – LITTLE BIG HOUSE

«Μπορεί να το ‘χουν πλανέψει ακρογιαλιές δειλινά» έπαιζε το ραδιόφωνο καθώς στρίμωχνα το MiTo στα στενά της Άνω Πόλης· η μουσική και τα καλντερίμια κούμπωσαν σαν δυο κομμάτια παζλ, βγαλμένα όλα από ιστορία του παππού μου. Μια εικόνα σαν κι αυτή ήθελα να μεταδώσω στους Ρώσους πριν δυο βδομάδες στην Αγία Πετρούπολη, επιλέγοντας αυτό το τραγούδι για soundtrack ενός βίντεο για τη Θεσσαλονίκη. Καλντερίμι, κισσοί να αγκαλιάζουν σκασμένους σοβάδες κι ένας ήλιος πύρινος σαν φλεγόμενο κεφαλάκι καρφίτσας.

Αφού στρίμωξα το αυτοκίνητό μου σε στενά στα οποία δεν είναι φτιαγμένο για να στριμώχνεται, βρήκα ένα μέρος στο οποίο μπορούσα να το αφήσω χωρίς να ενοχλώ. Ήταν ακριβώς δίπλα σε ένα ισόγειο μπαλκόνι στο οποίο ξάπλωνε ένα μικρό σκυλί, από αυτά που φαίνονται πάντα έτοιμα να σου πάρουν τ’ αυτιά με το γάβγισμά τους -αρχίζουν μάλιστα να γαβγίζουν αφού γυρίσεις την πλάτη, λες και το κάνουν επίτηδες για να σε τρομάξουν. Βγήκα από το αμάξι κοιτώντας το σκυλί στα μάτια, σαν να του έλεγα: «σε παρακαλώ, μη γαβγίσεις, τσάμπα θα μου τα σπάσεις τα νεύρα μεσημεριάτικα», ενώ το σκυλί απλώς πλησίασε γαλήνια όσο μπορούσε πίσω από τα κάγκελα, χωρίς να βγάλει άχνα. Φαινόταν ηλικιωμένο, προφανώς συνηθισμένο από τους εκατοντάδες διαβάτες που περνάνε καθημερινά, μια σπιθαμή από το σαλόνι του αφεντικού του.

Ξεκίνησα να ανεβαίνω τον συνεχή ανήφορο που ονομάσαμε Άνω Πόλη, της οποίας οι αλλεπάλληλοι περισπασμοί δε μου επέτρεπαν να νιώσω κουρασμένος. Συνεχώς εμφανιζόταν μπροστά μου ένα σπίτι βγαλμένο από ένα παραμύθι του παππού μου, με φαγωμένο τοίχο, παλιά ξύλινη πόρτα κι ένα νούμερο να προσανατολίζει τους νέους -οι παλιοί έχουν δικό τους κώδικα, αλλιώτικο. Στους περισσότερους τοίχους καλλιτέχνες του δρόμου, επίδοξοι στιχουργοί και πάσης φύσεως μπαχαλάκηδες έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους, το οποίο έρχεται σε πλήρη ρήξη με το παλιό σπίτι και την βγαλμένη από άλλη εποχή πρόσοψή του. Το αποτέλεσμα έχει μια δικιά του γλύκα: αυτό το πάντρεμα ετερόκλητων στοιχείων, αλλιώτικων κι απ’ αλλού φερμένων, προσδιορίζει καλύτερα την πόλη με τα χίλια πρόσωπα, τη Θεσσαλονίκη.

Παρακάτω, μια μαύρη γάτα είναι ξαπλωμένη στη μέση του δρόμου. Είμαι πεισματικά αντίθετος σε πάσης φύσεως δεισιδαιμονία, γι’ αυτό την προσπερνώ ατάραχος -σε καμία ωστόσο περίπτωση όσο ατάραχος όσο εκείνη, η οποία φαινόταν να έχει συνηθίσει την ανθρώπινη παρουσία πολύ περισσότερο απ’ όσο εγώ. Παρακάτω, βλέπω άλλες 5 γάτες ξαπλωμένες στη σκιά. Τις καθηλώνω μπαμπέσικα με ένα αποφασιστικό «ψιτ-ψιτ» και γυρνάνε τα κεφάλια τους σαν περισκόπια υποβρυχίων που εντόπισαν εχθρικό πλεούμενο. Σύντομα συνειδητοποιούν πως δεν πρόκειται να φάνε τίποτε και συνεχίζουν να γλείφονται στη σκιά. Αναρωτιέμαι αν τις βασανίζουν κι εκείνες υπαρξιακά ερωτήματα κι αν επιλέγουν να τα αποβάλουν τελείως, αρκούμενες σε μια ευδαιμονέστατη άγνοια.

Ανάμεσα σε γάτες, σκασμένους σοβάδες και υπεραιωνόβιους κατοίκους της παλιάς πόλης, στα αυτιά μου φτάνει μια μελωδία απαγορευτικά μοντέρνα για το περιβάλλον. Λίγο παρακάτω στο στενό βρίσκεται ένα μαγαζί με όνομα Little Big House. Βλέπω πως έχει ταράτσα την οποία διακοσμούν πολύχρωμα λαμπάκια. Έχοντας φτάσει ακριβώς απ’ έξω, ακούω καθαρά πλέον τον Parov Stelar και το Lost in Amsterdam, με το οποίο μπορώ εύκολα να ταυτιστώ: μπορεί να μην ήμουν στο Άμστερνταμ, αλλά ήμουν σίγουρα χαμένος στα μπλεγμένα στενάκια της Άνω Πόλης. Ήμουν ωστόσο αρκετά τυχερός και βρήκα μια Αριάδνη.

Μπήκα μέσα. Οι κοπέλες που δούλευαν με ενημέρωσαν πως υπάρχει ταράτσα, όμως όπου και να κάτσω θα πρέπει να έρθω να παραγγείλω στο μπαρ, διότι είναι self-service. Ανέβηκα στην ταράτσα, και με λύπη συνειδητοποίησα πως δεν το γνωρίζω μόνο εγώ αυτό το μέρος, αφού υπήρχαν τουλάχιστον 3 παρέες που διάβαζαν, αγνοώντας επιδεικτικά την πανέμορφη θέα των τριγύρω σπιτιών. Στάμπαρα ένα τραπέζι και κατέβηκα να παραγγείλω, με την κοπέλα να με ενημερώνει πως νερό θα βάλω μόνος μου πάνω από τον ψύκτη.

Πίσω από το κτίριο που λειτουργεί ως καφέ, το Little Big House διαθέτει και δωμάτια. Έτσι εξηγείται η οικογένεια ξανθών που με κοιτούσαν σαν περίεργο ζώο. Ανέβηκα πάνω προσπαθώντας να μην αναποδογυρίσω τον δίσκο με τον καφέ υπό τα εξεταστικά βλέμματα της ξανθής οικογένειας. Το τραπέζι μου ήταν δίπλα σε έναν μουσάτο με ακουστικά που έβλεπε κάτι σε ένα iPad. Παραδίπλα καθόταν μια εξαιρετικά θορυβώδης παρέα που σχολίαζε μια ταινία. Άκουσα την μία κοπέλα να λέει πως «θα ψηνόταν τρελά να μπορεί να χρησιμοποιεί παραπάνω από το 15% του μυαλού της». Της το εύχομαι κι εγώ μέσα από την καρδιά μου.

Τα γύρω κτίρια ήταν άλλα παλιά, άλλα σύγχρονα, άλλα ετοιμόρροπα, άλλα γεμάτα φυτά. Ο ήλιος μια κρυβόταν πίσω από τα σύννεφα και μια μου έκαιγε τα μάτια, αναγκάζοντάς με να βάζω και να βγάζω συνέχεια τα γυαλιά μου για να διαβάσω το βιβλίο μου. Η ίδια κοπέλα της θορυβώδους παρέας τότε ευχήθηκε να υπήρχε ένας τρόπος «να μάθει όλα αυτά τα πράγματα χωρίς να χρειαστεί να ξεπατωθεί στο διάβασμα». Τότε συνειδητοποίησα πως το κρυφτό του ήλιου ήταν ένα μικρό τίμημα. Υπάρχουν και πολύ μεγαλύτερα προβλήματα.

Έβαλα τον σχεδόν τελειωμένο καφέ μου στον δίσκο (άφησα και μια γουλιά για το καλό) και κατέβηκα τη σκάλα, τοποθετώντας τον δίσκο στον πάγκο του μπαρ. Κάτω από το ποτήρι έβαλα μια κάρτα Goingpro, να ξέρουν οι άνθρωποι ποιος γράφει γι’ αυτούς αν τύχει και διαβάσουν το κείμενο. Βγαίνοντας από το μαγαζί άκουσα τις δυο κοπέλες να χασκογελάνε. «Σερβετάς Βασίλης» και γέλια έφτασαν στ’ αυτιά μου ανάμεσα στις συζητήσεις της από πάνω παρέας περί ανέμων, υδάτων και αυτόματης γνώσης και της μουσικής του καταστήματος. *Καθαρίζω τον λαιμό μου* κορίτσια, δεν σας την πέφτω. Απλώς σας προτρέπω να διαβάσετε περισσότερα στο Goingpro ( #olagiatoclick ).

Γελώντας για την λανθασμένη εντύπωση που αφήνω συνέχισα να κατηφορίζω. Συνάντησα έναν γραφικό παππού και την ακόμη γραφικότερη σύζυγό του, η οποία καμπούριαζε τόσο πολύ που αναρωτήθηκα μήπως απλώς κάνει διατάσεις και την παρεξήγησα. Η γιαγιά μου χαμογέλασε και ο παππούς το ίδιο. Ποιος ξέρει τι τους θύμισα, τι λογής ασπρόμαυρες αναμνήσεις. Κι όμως, οι θύμησες αυτές φοράνε τον πιο πολύχρωμο μανδύα.

Μπορεί να πέρασα από τα ίδια στενάκια και δυο και τρεις φορές. Πάνω που πήγα να παραδεχτώ την ήττα μου, είδα το αμάξι μου παρκαρισμένο, με πατημασιές γάτας στην οροφή. Να ήταν άραγε μια από εκείνες που είδα προηγουμένως; Να είναι αυτό μια δήλωση του στυλ «ναι, έχουμε κι εμείς υπαρξιακές αγωνίες» ή «αυτό για να μάθεις να μη μας ταΐζεις άλλη φορά»; Μπήκα μέσα, έβαλα μπρος και απομακρύνθηκα αργά. Στον καθρέφτη μου έβλεπα τον μικρό σκύλο να κοιτά προς το μέρος μου. Δεν έβγαλε άχνα· το μόνο που ακουγόταν, ήταν το ραδιόφωνο που τραγουδούσε: «και σκλαβωμένη για πάντα κρατούνε την δόλια καρδιά».

 

Advertisements