WAKE UP, MISTER JACKSON – 1

Όλο το κείμενο είναι γραμμένο σε γραφομηχανή, σαν να είναι βγαλμένο μέσα από μυθιστόρημα του Τζέημς Τσέηζ. Για τους δύσπιστους, ποστάρω τα σκαναρισμένα φύλλα στο κάτω μέρος του ποστ.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η όλη ιδέα ξεκίνησε τη μέρα που ο πατέρας μου μπήκε στο σπίτι κρατώντας μια πορτοκαλί γραφομηχανή Silver Reed. Έκτοτε, όποτε θυμάμαι, χαζοκοπανάω σκόρπιες λέξεις και χαμογελάω βλέποντάς τες να τυπώνονται σ’ ένα κομμάτι χαρτί. Με τη γραφομηχανή, η αίσθηση της δημιουργίας είναι εντονότερη. Χρειάζεται δύναμη, θόρυβο και μαύρο μελάνι για ένα μονάχα γράμμα. Γι’ αυτό και κάθε φορά που την πιάνω στα χέρια μου νιώθω πως παίζω σε ασπρόμαυρη ταινία.

Πριν από περίπου 1 χρόνο (10 μήνες για την ακρίβεια) δημοσίευσα ένα κείμενο εν ονόματι Typewriter Stories. Εκεί χρησιμοποίησα έναν ήρωα βγαλμένο από αστυνομικό μυθιστόρημα του Τζέημς Τσέηζ, τον επιθεωρητή Φλόυντ Τζάκσον. Το όνομα έχει χρησιμοποιηθεί από τον ίδιο τον Τσέηζ -έχει χρησιμοποιήσει όλα τα αμερικάνικα ονόματα με όλους τους πιθανούς συνδυασμούς- στο βιβλίο «Ποτέ δε Ξέρεις με τις Γυναίκες» . Οι ήρωες του Τσέηζ είναι Αμερικάνοι μπάτσοι, άντρες σκληροί, βαριοί κι ασήκωτοι, οι οποίοι καπνίζουν τουλάχιστον 3 πακέτα τσιγάρα την ημέρα και πίνουν στην καθισιά τους ένα μπουκάλι ουίσκι -όλα αυτά κυνηγώντας έναν εξαιρετικά θανάσιμο κακοποιό, φλερτάροντας με 4 διαφορετικές γυναίκες και δέρνοντας όποιον βρεθεί στο διάβα τους.

Οι ήρωες αυτοί μου φαίνονται εξαιρετικά ελκυστικοί. Υπάρχουν σ’ έναν άλλον κόσμο, γεμάτο Κάντιλακ, τηλέφωνα με καντράν που γυρίζουν, μπριγιαντίνη και χαμόγελο που σκοτώνει. Καιροί απλοί, όπου το άφιλτρο βαρύ τσιγάρο δεν σου προκαλούσε καρκίνο. Όλα τα κλαμπ είχαν ένα απλό, κατανοητό όνομα: ΧΕΒΕΝ, ΠΑΛΜ, ΣΕΛ, ΓΟΥΕΙΒ, και η γοητεία του ονόματος πολλαπλασιαζόταν από την αυτούσια μεταφορά στα ελληνικά των υπέροχων ΒΙΠΕΡ. Βιβλία τσέπης, με κιτρινισμένες πλέον σελίδες που κοσμούν το πάνω τμήμα της βιβλιοθήκης των γονιών μου. Μου μυρίζουν τσιγάρο, ουίσκι, φοινικόδεντρα και Κάντιλακ -και δεν έχω δει ποτέ ούτε μια σχετική ταινία. Ο κόσμος του Τσέηζ είναι ένας κόσμος που λίγο ν’ απλώσεις το χέρι, θα τον αγγίξεις.

Ο αγαπημένος επιθεωρητής Φλόυντ Τζάκσον ήταν εξαιρετικός πρωταγωνιστής εκείνου του κόσμου. Στον δικό μας όμως που τρέχει συνεχώς, θυμίζει την καλύτερη γραφομηχανή που φτιάχτηκε ποτέ, δίπλα σε ένα απλό λάπτοπ με σύνδεση στο Ίντερνετ.

 

 

1

Ο επιθεωρητής Φλόυντ Τζάκσον κοιμήθηκε έναν ύπνο βαρύ, που του σφάλισε τα βλέφαρα με ένα χοντρό λουκέτο. Τον είχε πάρει ο ύπνος φορώντας τα ρούχα του, ακόμη και τα παπούτσια. Η ματιά του έκανε μια βόλτα στο δωμάτιο: όλα φάνταζαν τόσο ακίνητα και νεκρά. Τα πάντα καλύπτονταν από ένα στρώμα υπνώττουσας σκόνης. Η κουνιστή του πολυθρόνα, το μικρό του κομοδίνο, το -όχι πλέον- γυαλιστερό πόμολο της πόρτας. Ακόμη και οι μύτες των μαύρων του παπουτσιών έμοιαζαν να έχουν πιάσει ένα δάχτυλο σκόνης, η οποία διαλύθηκε γαλήνια όταν κούνησε εξεταστικά τον αστράγαλό του.

Ο Φλόυντ δοκίμασε να σηκωθεί και να κάτσει στην άκρη του κρεβατιού. Τα μέλη του έμοιαζαν να μην τον υπακούν, ενώ οι αρθρώσεις του έκαναν ένα ανησυχητικό τρίξιμο.

-Τι στο διάβολο ήπια χθες; Αναρωτήθηκε ο επιθεωρητής, κατηγορώντας νοερά τον φίλο του Μαρκ Γκέρλαντ για τα χθεσινοβραδινά του χάλια.

Ο Μαρκ ήταν κι αυτός αστυνομικός, φίλος του από τότε που πρωτομπήκε στο σώμα. Πλέον, μετά από 15 χρόνια υπηρεσίας, δούλευαν μαζί στο 7ο τμήμα, στην αρχή της Ντάουνινγκ στρήτ. Στον Φλόυντ άρεσε πολύ αυτός ο δρόμος, του θύμιζε το πρώτο γραφείο του πατέρα του. Όλα αυτά έμοιαζαν να απέχουν χιλιάδες μίλια από αυτό το σκονισμένο και θεοσκότεινο δωμάτιο.

Ο Φλόυντ σηκώθηκε με τη μέση του να διαμαρτύρεται έντονα. Η σκόνη που έπεσε από τα ρούχα του προξένησε δυνατό βήχα και του έφερε δάκρυα στα μάτια. Τι διάβολο κάνει όλη αυτή η καταραμένη σκόνη εδώ μέσα; Αυτή η γριά-Κάλλαχαν μόνο να γκρινιάζει ξέρει -και να του παίρνει μερικά κολλαριστά δολάρια κάθε βδομάδα για να του “καθαρίζει” το σπίτι, την «τρύπα» όπως την αποκαλεί με την ενοχλητική της φωνή και το σφύριγμα στην αναπνοή της που μαρτυρά πνευμοθώρακα. Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος.

Ο επιθεωρητής περπάτησε προς το παράθυρο. Σε κάθε του βήμα, η παλιά μπορντό μοκέτα σήκωνε ένα σύννεφο σκόνης. Ο Φλόυντ τράβηξε το παράθυρο, αλλά αυτό δεν κουνήθηκε. Το τράβηξε πιο δυνατά, όμως αυτό έτριξε προς ένδειξη διαμαρτυρίας. Ο επιθεωρητής έτριξε τα δόντια του και γρύλλισε. Δεν υπάρχει τίποτε στον κόσμο που να μη λύνεται με δυο γερά μπράτσα.

Το παράθυρο τελικά παραδόθηκε στους μυς του επιθεωρητή και το φως του ήλιου μπήκε επιθετικά στο δωμάτιο, κάνοντας τον επιθεωρητή να πισωπατήσει και να μπερδέψει το πόδι του στο καλώδιο του τηλεφώνου. Η πτώση του σήκωσε ένα μανιτάρι σκόνης, σαν αυτά που έβλεπε στις ειδήσεις από τις βόμβες του Β’ Παγκοσμίου. Ο Φλόυντ έβρισε το τηλέφωνο λες κι αυτό έφταιγε για όλα του τα προβλήματα και προσπάθησε να ταιριάξει το βλέμμα του στις νέες φωτιστικές συνθήκες του δωματίου.

Όλα εκεί μέσα έμοιαζαν να ξύπνησαν από έναν βαθύ λήθαργο -κι αυτός το ίδιο. Από το παράθυρο μπήκε καθαρός αέρας, ο οποίος έκανε τα πνευμόνια του να τρίξουν σαν χαρτοσακούλα. Κοίταξε έξω από το παράθυρο, περιμένοντας να δει τη μάντρα του Κέρμαν με τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα. Ίσως και τον ίδιο τον γέρο-Κέρμαν να κάθεται στην πλαστική καρέκλα με το ψάθινο καπέλο του και να βρίζει τους περαστικούς μέσα από τα δόντια του. Αυτός ο γέρος πάντα του έφτιαχνε τη διάθεση. Του θύμιζε πως, πάντα, υπάρχουν και πολύ χειρότερα.
Κι όμως, βγάζοντας το κεφάλι του έξω από το παράθυρο, το βλέμμα του τράκαρε στην απέναντι πανύψηλη πολυκατοικία. Ακριβώς απέναντί του ορθωνόταν μια τεράστια ταμπέλα που διαφήμιζε ένα περίεργο αντικείμενο, στο μέγεθος μικρού φακέλου. Υποτίθεται πως ήταν τηλέφωνο -τουλάχιστον αυτό υπέθεσε από τη λέξη «iPhone» που είχαν κοτσάρει από δίπλα. Τώρα το «7» δίπλα του δεν ήξερε τι μπορεί να ήταν. Ίσως ήταν τα φλυτζάνια καφέ που χρειαζόταν για να έρθει στα καλά του, ίσως ήταν οι σφαλιάρες που θα άρπαζε αυτός που του κάνει πλάκα.

Ο επιθεωρητής Φλόυντ Τζάκσον πήρε το υπηρεσιακό του περίστροφο, πήρε το σήμα του που είχε πετάξει απρόσεκτα πάνω στο τραπέζι και βγήκε από το σπίτι του. Ιδρώτας στο μέγεθος αρακά είχε αρχίσει να τρέχει από το μέτωπό του, μη μπορώντας να καταλάβει πώς στο διάβολο γίνεται να έχτισαν μια οικοδομή μέσα σε μια νύχτα. Ένιωσε πως τον περιέβαλλε ένα μυστήριο μαύρο πέπλο, και το μαύρο δεν τον κολάκευε καθόλου. Ήθελε να ξεκαθαρίσει μια κι έξω τι συνέβαινε στη γειτονιά του και δεν είχε ούτε λεπτό για χάσιμο.

Ο διάδρομος έξω από το σπίτι του ήταν ίδιος, εκτός από την πόρτα του κυρίου Σλέηντεν απέναντι. Ήταν μια πόρτα από σκούρο καφέ ξύλο, πολύ μοντέρνας κατασκευής. Α, στο καλό κι ο βρωμόγερος, αυτό δεν τον ένοιαζε πια τόσο πολύ. Είχε καιρό να ρίξει το βλέμμα του προς τα ‘κει, δεν αποκλείεται να ‘χει και κάνα χρόνο αλλαγμένη η πόρτα. Κάτω από τα πόδια του το ξύλο έτριζε. Προσπάθησε να θυμηθεί, είχαν χαλί χθες που μπήκε στο σπίτι; Είχαν ένα γαλάζιο χαλί με σκουροπράσινους λεκέδες απλωμένο σε ολόκληρο τον δεύτερο όροφο ή το μυαλό του έπαιζε περίεργα παιχνίδια; Αποφάσισε να πάρει δυο βαθιές ανάσες, να πάει στη γωνία στου Τζεφ και να πιεί έναν καφέ. Το μυαλό του θα λειτουργούσε έπειτα πολύ καλύτερα.

Ο Φλόυντ όρμησε στη σκάλα και πιάστηκε από την ετοιμόρροπη κουπαστή. Μια ακίδα καρφώθηκε στο δέρμα ανάμεσα από τον αντίχειρα και τον δείκτη του κι ο επιθεωρητής έσφιξε τα χείλια του ξεφυσώντας. Απορροφημένος από το πονεμένο του χέρι, κόντεψε να πέσει πάνω σε ένα κορίτσι που ανέβαινε εκείνη τη στιγμή τις σκάλες. Την απέφυγε τελευταία στιγμή κι έπεσε με δύναμη στον τοίχο, στηριζόμενος στον δεξιό του ώμο.

-Σιγά ρε φίλε, κοίτα και λίγο μπροστά σου, θα μας ρίξεις από τη σκάλα, του είπε η κοπέλα κοιτώντας τον στα μάτια.

Ο επιθεωρητής κρατούσε τον δεξιό του ώμο με το αριστερό του χέρι και κοιτούσε με μίσος την κοπέλα, η οποία δεν πρέπει να ήταν πάνω από 20 ετών.

-Πολύ μεγάλο στόμα δεν έχεις του λόγου σου για κοριτσάκι; Της είπε χαμογελώντας ειρωνικά.

-Με συγχωρείς, τον ρώτησε αυτή πλησιάζοντας απειλητικά, μόλις υπέθεσες το φύλο μου;

-Ορίστε; Ρώτησε ο επιθεωρητής με ένα γνήσιο βλέμμα απορίας.

Η κοπέλα άρχισε έναν μονόλογο, έχοντας κοκκινίσει ολόκληρη και κουνώντας έντονα τα χέρια της. Ο επιθεωρητής Φλόυντ δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν όλα αυτά που του έσερνε. Από πότε ήταν ο ίδιος «η χειρότερη έκφανση του βίαιου μισογυνισμού που μας περιβάλλει» και γιατί διαιώνιζε την κουλτούρα του βιασμού; Τι σήμαιναν όλα αυτά; Μήπως είχε αφήσει την ικανότητά του να συνεννοείται με τους ανθρώπους δυο ορόφους παραπάνω, κάτω από 3 παχιά δάχτυλα σκόνης;

Ο επιθεωρητής σκέφτηκε για άλλη μια φορά την μάντρα του γέρο-Κέρμαν και γύρισε απότομα την πλάτη του στην κοπέλα δίχως ν’ ασχοληθεί άλλο μαζί της, κατεβαίνοντας τα λιγοστά εναπομείναντα σκαλιά. Η κοπέλα έμεινε ολομόναχη στο 8ο σκαλί να μονολογεί και να χάνει το χρόνο της με έναν άνθρωπο βουτηγμένο σε 3 δάχτυλα σκόνης.

 

(συνεχίζεται…)

Advertisements
Tagged with: