WAKE UP, MISTER JACKSON – 2

(το προηγούμενο εδώ)

2

Ο Φλόυντ Τζάκσον βγήκε φουριόζος στη ζεστή μέρα. Οι άνθρωποι που περνούσαν από το πεζοδρόμιο τον περιεργάζονταν στιγμιαία και συνέχιζαν το βιαστικό τους περπάτημα. Τον κοιτούσαν σαν περίεργο πουλί, γεμάτο σκόνη. Σαν έκθεμα μουσείου ξεχασμένο για χρόνια σε αποθήκη.

Ο επιθεωρητής έβγαλε ένα τσιγάρο από το μαλακό του πακέτο -στα χέρια του το αισθάνθηκε σαν ξυλαράκι. Το έβαλε στο στόμα του, το άναψε και ένας βήχας αναδύθηκε βαθιά μέσα από τα πνευμόνια του. Αυτό το πράγμα δεν ήταν τσιγάρο -τουλάχιστον όχι η μάρκα που κάπνιζε αυτός. Έβρισε και πέταξε το πακέτο με δύναμη στο πεζοδρόμιο, λες κι αυτό έφταιγε που η τύχη εκείνη τη μέρα αρνιόταν πεισματικά να του κάνει το χατίρι.

-Κάτω τα πετάς τα σκουπίδια και στο σπίτι σου;

Τον επιθεωρητή είχε πλησιάσει μια κοπελίτσα ακόμη πιο μικροκαμωμένη από την προηγούμενη, που φορούσε ένα ζευγάρι περίεργα, ξύλινα γυαλιά.

-Αν σε πειράζει τόσο πολύ, γάβγισε ο Φλόυντ, να το μαζέψεις μόνη σου!

Η κοπέλα έσκυψε αργά να μαζέψει το πακέτο χωρίς να σταματήσει να κοιτά τον επιθεωρητή στα μάτια. Ο Φλόυντ χαμογέλασε χαιρέκακα -επιτέλους μια γυναίκα που ήξερε τη θέση της! Η κοπέλα σήκωσε το πακέτο, πλησίασε τον επιθεωρητή Τζάκσον και του το έβαλε στην τσέπη του σακακιού.

Ο Φλόυντ έτριξε τα δόντια του από τα νεύρα και της έσπρωξε μακριά το χέρι.

-Τι νομίζεις πως κάνεις; Μάζεψε τα ξερά σου από πάνω μου, αλλιώς…

-Αλλιώς τι;

-Αλλιώς δε ξέρω κι εγώ τι θα γίνει, παλιοβρώμα!

Οι λέξεις ήχησαν βαριές. Ήταν λες κι η ατμόσφαιρα δε τις σήκωνε. Ο επιθεωρητής Τζάκσον αισθάνθηκε πως όλα καλύφθηκαν από ένα λεπτό στρώμα πάγου, και με κάθε του κίνηση όλα θα θρυμματίζονταν. Κοίταξε την κοπέλα στα μάτια, ψάχνοντας κάποιο ίχνος μετάνοιας. Ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει -άκου εκεί να του βάλει το πακέτο στο σακάκι! Τι θράσος!

Ο επιθεωρητής πρόταξε το στήθος του, σαν να της έλεγε πως ήθελε να διορθώσει το λάθος της. Αυτή υπάκουσε. Με το αριστερό χέρι πήρε πίσω το πακέτο και με το δεξί του έδωσε ένα δυνατό χαστούκι. Το χαμόγελο πάγωσε στο πρόσωπο του επιθεωρητή Τζάκσον, μα πριν προλάβει να αντιδράσει αυτή είχε πλησιάσει το πρόσωπό της στο δικό του.

-Μακάρι να μπορούσα να πετάξω κι εσένα εκεί μέσα, σκουπίδι.

Του γύρισε την πλάτη κι απομακρύνθηκε ήσυχα αφήνοντάς τον να κρατά το μάγουλό του -η μοναδική ασπρόμαυρη φιγούρα μέσα σε μια πολύχρωμη καρτ-ποστάλ.

Ο επιθεωρητής κοίταξε γύρω του να δει μήπως τον πήρε κανένα μάτι. Ανησυχούσε κυρίως για τον Μαρκ -ω, τι καζούρα θα του έκανε ο διαβολεμένος ο Μαρκ, αν μάθαινε πως είχε αφήσει ένα κοριτσάκι να τον ρεζιλέψει μ’ αυτόν τον τρόπο. Πήρε γρήγορα τα πόδια του ρίχνοντας κλεφτές ματιές δεξιά κι αριστερά -όμως τι το ‘θελε; Κοιτώντας τριγύρω, συνειδητοποίησε πως η μάντρα του Κέρμαν δεν ήταν το μόνο πράγμα που είχε εξαφανιστεί εν μία νυκτί. Το ανθοπωλείο της κυρίας Μέρηλαντ, το μπαράκι του Τζο παραδίπλα -ακόμη και οι πολυκατοικίες είχαν ψηλώσει μερικούς ορόφους η καθεμιά.

Το μυαλό του επιθεωρητή έπαιρνε τόσες στροφές που ένιωσε τα μηνίγγια του να πονούν. Ίσως ο Μαρκ τον νάρκωσε και τον έφερε σε άλλη γειτονιά για να σπάσει πλάκα. Όμως όχι, αν με κάποιον τρόπο κάποιος εξαφάνιζε όλες αυτές τις νέες πολυκατοικίες, η διάταξη του χώρου θα ήταν ίδια μ’ αυτήν της γειτονιάς του. Άσε που δεν υπήρχε περίπτωση ένας τύπος τόσο ανυπόμονος όσο ο Μαρκ να έστησε με τέτοια ακρίβεια ένα διαμέρισμα ίδιο με το δικό του. Ο Μαρκ ήταν περισσότερο χωρατατζής της τρικλοποδιάς, του αλατιού-αντί-ζάχαρης και τέτοιων ανοησιών.

Με αυτά στο μυαλό του ο Μαρκ μπήκε στο μαγαζί της γωνίας, το οποίο, ακολουθώντας την πρακτική της υπόλοιπης γειτονιάς, είχε κι αυτό αλλάξει εξ ολοκλήρου. Το μαγαζί του Τζεφ είχε κι αυτό κάνει φτερά, κρυμμένο μαζί με την υπόλοιπη γειτονιά του σε κάποια ασπρόμαυρη αναμετάδοση.

Μπήκε μέσα σπρώχνοντας δυνατά την πόρτα, η οποία χτύπησε βίαια ένα κουδουνάκι. Ο υπάλληλος που καθόταν πίσω από το ταμείο δεν έδωσε καμία σημασία, συνεχίζοντας να κοπανάει ανενόχλητος τα δάχτυλά του σε μια οθόνη. Ο επιθεωρητής Τζάκσον πλησίασε τον πάγκο κοιτάζοντάς τον εξεταστικά: ήταν ένας ξερακιανός ξανθός με γυαλιά μυωπίας. Η άσπρη στολή που τον ανάγκαζε το αφεντικό του να φορά τον έκανε ακόμη πιο κακομοίρη στα μάτια του. Το άσπρο καπελάκι που φορούσε είχε μαύρες μουτζούρες, ενώ μερικά μεγάλα σπυριά λέρωναν τη λευκή του επιδερμίδα. Ο νεαρός δεν είχε αντιληφθεί την παρουσία του επιθεωρητή.

Ο Φλόυντ άρχισε να χτυπά τα δάχτυλά του στον πάγκο. Ήταν το πρώτο πράγμα που πρόσεξε ο υπάλληλος, ο οποίος ξαφνιάστηκε τόσο πολύ που κόντεψε να πέσει απ’ το σκαμπό. Σηκώθηκε όπως-όπως, έσιαξε το καπέλο του και του είπε ψελλίζοντας:

-Κ-κ-καλησπέρα σας. Πώς θα μπορούσα να σας εξυπηρετήσω;

Ο επιθεωρητής τον κοιτούσε στα μάτια. Χρησιμοποιούσε συχνά ανακριτικές τεχνικές στην καθημερινή του ζωή, μόνο και μόνο για να διασκεδάσει με την αμηχανία και το ζόρι των ανθρώπων.

-Έχεις ένα τσιγάρο; Τον ρώτησε κοιτώντας τα νύχια του.

-Βεβαίως κύριε, του είπε ψάχνοντας νευρικά τις τσέπες του για να βρει το πακέτο.

Του έδωσε ένα πακέτο Camel το οποίο ο επιθεωρητής δεν είχε ξαναδεί. Είχε, λέει, κάψουλες στο φίλτρο που έδιναν άλλη γεύση στο τσιγάρο αν τις έσπαγες. Ο επιθεωρητής το περιεργάστηκε.

-Πού το βρήκες αυτό; Τον ρώτησε επιθετικά.

-Τι εννοείτε πού το βρήκα…; Από το μαγαζί που αγοράζω τσιγάρα, εδώ πιο κάτω στη Γκλένγουντ.

-Γκλένγουντ; Δε μου λες φιλαράκο, για χαζούς ψάχνεις; Μένω 17 χρόνια σ’ αυτήν τη γειτονιά και δεν έχω ξανακούσει αυτόν τον δρόμο!

-Μα κύριε, με όλο το σεβασμό, του είπε ξεροκαταπίνοντας, η Γκλένγουντ είναι πασίγνωστος δρόμος. Είναι ο δρόμος του δημαρχείου!

-Ο δρόμος του δημαρχείου είναι η Πέης Άβενιου!

-Πέης Άβενιου; Τον ρώτησε με ένα ειλικρινές βλέμμα απορίας.

-Ναι, Πέης Άβενιου, του είπε ο επιθεωρητής κάνοντας κίνηση να ανάψει το τσιγάρο του.

Ο Φλόυντ πήρε μια βαθιά τζούρα και άφησε ένα χοντρό δαχτυλίδι καπνού να βγει από τα χείλη του.

-Η Πέης Άβενιου άλλαξε ονομασία εδώ και τουλάχιστον 25 χρόνια.

Το τσιγάρο κόλλησε στην άκρη των χειλιών του επιθεωρητή, ενώ το μόνο που κουνιόταν στο μεγάλο μαγαζί ήταν το δαχτυλίδι καπνού που διαλυόταν στην ατμόσφαιρα. 25 χρόνια; Δεν εξηγείται αλλιώς, σίγουρα ο Μαρκ του έχει σκαρώσει την καλύτερη πλάκα που έχει κατεβάσει ποτέ το κούφιο κεφάλι του. Κι αυτός εδώ ο μικρός, είναι σίγουρα κι αυτός στο κόλπο. Δεν τον πιάνει το μάτι σου, το παίζει καλά ο καταραμένος. Το παίζει πολύ καλά. Κι η διακόσμηση εδώ μέσα, μπα σε καλό τους, είναι σαν να ‘χει βγει από άλλη εποχή!

Το μάτι του επιθεωρητή έκανε μια βόλτα στους τοίχους: ρόπαλα του μπέηζμπολ, τηλεοράσεις πολύ πλατιές και μουσικά όργανα. Πού τις βρήκε αυτές τις τηλεοράσεις ο Μαρκ; Πρέπει να πλήρωσε μια περιουσία μόνο και μόνο για να σπάσει πλάκα. Τα κατάφερε πάντως με το παραπάνω -ο επιθεωρητής είχε αρχίσει πραγματικά να ανησυχεί. Ξαφνικά, ανάμεσα από τις περίεργες ζωγραφιές του τοίχου ξεχώρισε ένα ορθογώνιο χαρτί που έμοιαζε με ημερολόγιο. Έγραφε με τεράστια γράμματα:

12 Μαΐου 2017.

(συνεχίζεται…)

 

 

Advertisements