ΠΥΡΓΟΣ ΟΤΕ – LIVE SESSIONS

(12:56) Μετά από εκείνη την αποφράδα ημέρα που είχα την φαεινή ιδέα να επισκεφτώ τον πύργο του ΟΤΕ (βλέπε εδώ), σήμερα αποφάσισα να επιστρέψω πιο οργανωμένος. Φασούλι το φασούλι έβαζα λίγα λεφτά στην άκρη κάθε μέρα, επισκεπτόμουν τακτικότερα τους ηλικιωμένους συγγενείς μου, φίλησα μερικές κατουρημένες ποδιές, πήρα κάποια τηλέφωνα σε ανθρώπους που είχα να δω πολλά χρόνια, έκανα πράγματα για τα οποία δεν είμαι καθόλου περήφανος, όμως τα κατάφερα! Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα κι εγώ επιτέλους μάζεψα λεφτά για να πιω καφέ στο Skyline!

(13:06) Ο όροφος περιστρέφεται με πολύ αργή ταχύτητα, γι’ αυτό συνήθως με το που ανοίγει η πόρτα του ασανσέρ, το τραπέζι που κοιτάει φάτσα τον Λευκό Πύργο είναι ελεύθερο. Κάθεσαι λοιπόν εκεί, παραγγέλνεις -μετά το πρώτο εγκεφαλικό του τιμοκατάλογου- και, σηκώνοντας το κεφάλι έχει γίνει κάτι μαγικό: εξαφανίστηκε ο Λευκός Πύργος και 35 ευρώ από την τσέπη σου: τα-νταααααα!

(13:13) Πέρα από τις χαζομάρες, ο Πύργος του ΟΤΕ είναι ενδεχομένως το σήμα κατατεθέν της Θεσσαλονίκης, και η είσοδος είναι δωρεάν. Δεν πληρώνεις μόνο τον καφέ, πληρώνεις και το περιστρεφόμενο δάπεδο και την μαγευτική θέα. Καλού-κακού ωστόσο, πάρε μαζί σου εκείνον τον φίλο σου τον εφοπλιστή.

(13:17) Σιγά-σιγά το δάπεδο περιστρέφεται και επιστρέφω προς το μέτωπο της ΧΑΝΘ και του Λευκού Πύργου. Στα αριστερά μου, το πιάνο με ουρά του Skyline γεννά στο μυαλό μου το εξής αναπάντητο ερώτημα: πώς στον κόρακα ανέβασαν εδώ πάνω αυτό το πιάνο; Ποιος ήρωας το κουβάλησε στους ώμους του; Λογικά, το προσωπικό του Skyline εκπαίδευσε έναν κόνδορα για να το ανεβάσει στον τρίτο όροφο, ή προσέλαβε τον Κουταλιανό για να το ανεβάσει από τις σκάλες.

(13:24) Είχα αρκετό καιρό να κάνω Live Session. Είχα ξεχάσει πόσο ωραίο είναι. Με πλημμυρίζει αυτή η καχυποψία προς τους πάντες. “Αυτός είναι ο ιδιοκτήτης, αυτός θα με χαστουκίσει, αυτός θα με πετάξει από την κορυφή του πύργου”. Κύριε ιδιοκτήτη, σας παρακαλώ, όχι από την κορυφή! Είναι και ψηλός πανάθεμά τον!

(13:33) Η Θεσσαλονίκη από ψηλά φαντάζει μαγευτική. Μου φαίνεται μια άλλη πόλη από αυτή η οποία προ μισής ώρας με έφερε στα πρόθυρα νευρικής κρίσης (εσένα ρε καραγκιόζη με τη μερσεντές που μου έφαγες το παρκάρισμα, να ξέρεις σε ψάχνω). Από εδώ ψηλά, βλέπεις τα αυτοκίνητα στα φανάρια το ένα πίσω από το άλλο, σαν να τα τοποθέτησε παιδί που παίζει με τα αυτοκινητάκια του. Δεν ακούς ούτε τα καντήλια που κατεβάζουν ο ένας στον άλλον, ούτε το “Τέτοια Νύχτα” του Καμπακάκη να παίζει στην τσίτα από τα ετοιμοθάνατα ηχεία του διπλανού.

(13:41) Κάποια στιγμή, περίπου όταν ο όροφος κοιτούσε προς το Παλέ ντε Σπορ (η καθηγήτρια των γαλλικών μου μόλις αυτοκτόνησε), συνειδητοποίησα πως βρίσκομαι αρκετά ψηλά. Ρε ‘σεις, είναι πολύ ψηλά εδώ! Ρώτησα λοιπόν τον ευγενικό υπάλληλο “πόσα μέτρα απέχω από το έδαφος;” και αυτός, με ψυχραιμία μου απάντησε “55”. Κάτσε ρε φίλε, ώπα, δεν τα λένε έτσι αυτά. Πες 30 κι έλα μετά από λίγο να μου δώσεις και τα υπόλοιπα 25. Μακάρι να μπορούσε να γίνει το ίδιο και με τον λογαριασμό. “Πάρε τώρα 3 ευρώ και για τα υπόλοιπα θα το μιλήσουμε”.

(13:46) Κοιτούσα ανέμελος προς τη μεριά της Αγγελάκη, όταν -κρατηθείτε- ΑΔΕΙΑΣΕ ΜΙΑ ΘΕΣΗ ΠΑΡΚΙΝΓΚ! Κόκκινο αυτοκίνητο μάρκας μιτσουμπίσι έφυγε από θέση στη γωνία Τσιμισκή-Αγγελάκη! Όσοι πιστοί προσέλθετε και με ευχαριστείτε μετά!

(13:46 και 4μιση δευτερόλεπτα) 4 άνθρωποι έχουν ήδη πλακωθεί στο ξύλο, ένα αυτοκίνητο έχει παρκάρει και τον έχουν ήδη κλείσει για να πάρουν καφέ από τα Todaylicious. Αχ, Θεσσαλονίκη μου, πόσο σε αγαπώ.


(13:51) Μαζί με τον καφέ, οι άνθρωποι μου έχουν φέρει έναν μικρό φούρνο: κέικ, κρουασανάκια και ένα μεγάλο μπουκάλι νερό. Μια λέξη στριφογυρνά στο μυαλό μου: α π ό σ β ε σ η ! Δε θα αφήσω ούτε μισό ψιχουλάκι, ούτε μια υποψία σταγόνας νερού. Μη σας πω πως φεύγοντας θα πάρω και τις χαρτοπετσέτες, να έχω να λέω στα εγγόνια μου όταν θα είμαι ξεκούτης και ξεδοντιάρης πως εν καιρώ κρίσης, ο παππούς τους ζούσε στα λούσα και τα μεγαλεία, εμ βέβαια! Στον τάφο μου θα τις βάλουν αυτές τις χαρτοπετσέτες, να ξέρουν οι διαβάτες ότι δεν είμαι κανένας τυχαίος, κανένας βασικός.

(13:57) Κοιτώντας προς την Άνω Πόλη, διακρίνω καθαρά το Γεντί Κουλέ και τα μικρά σπιτάκια που έβλεπα την προηγούμενη εβδομάδα, όταν την επισκέφτηκα. Η Θεσσαλονίκη μοιάζει με φαβέλα έτσι πως είναι χτισμένη στον κατήφορο. Τα παλιά τείχη, η μονή Βλατάδων και το Σέιχ Σου. Να, έτσι ν’ απλώσω το χέρι θα τα πιάσω, τόσο κοντά τα αισθάνομαι.


(14:02) Ωραία όλα αυτά, αλλά σιγά-σιγά πλησιάζει η δυσκολότερη των ωρών: αυτή του λογαριασμού. Και μ’ αυτές τις βλακείες που κάνω, που έρχομαι και γράφω κείμενα και αφήνω φαρδιά-πλατιά την υπογραφή μου, δε μπορώ και να φύγω τρέχοντας. Ούτε ένα πιστόλι δε μπορούμε να αφήσουμε σαν άνθρωποι. Λοιπόν παιδιά, μ’ έναν πόνο. Κοιτάζω διστακτικά την απόδειξη, όπως σηκώνουν οι παίκτες του πόκερ τα φύλλα τους. Ξεροκαταπίνω. Μ’ αυτό το φύλλο, δεν πας πουθενά. Ελπίζω να δέχονται πληρωμές σε κάρτες Goingpro. Αν όχι, τα ξαναλέμε την επόμενη Παρασκευή, Live από την κουζίνα του Skyline.

This Live Session has ended. See you next Friday.

Advertisements