ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΠΘ – LIVE SESSIONS

(12:58) Τρέχω σαν παλαβός να προλάβω τον χρόνο και καταφέρνω να μπω στη βιβλιοθήκη μόλις 2 λεπτά πριν τη μία. Η κατάσταση είναι ανθρώπινη. Η εξεταστική είναι προ των πυλών. Ένας αέρας απόγνωσης και αναβλητικότητας πλανάται στον αέρα. Αχ, αυτή είναι η βιβλιοθήκη που έχω αγαπήσει.

(13:06) Μέρες σαν κι αυτές δε θες καθόλου να βγεις από το σπίτι. Ο καιρός είναι απαίσιος, συννεφιά και ψιλόβροχο. Ήμουν κολλημένος 20 λεπτά στην κίνηση, με βροχή όχι αρκετή για να έχω ενεργοποιημένη την χαμηλότερη σκάλα των υαλοκαθαριστήρων, αλλά ούτε και ελάχιστη ώστε να μην τους χρειάζομαι. Κατέληξα σαν ταξιτζής που ξέρει τον δρόμο και υποθέτει πως σε 100 μέτρα πρέπει να στρίψει δεξιά, κι ας μη βλέπει τίποτε μέσα από τα τζάμια.

(13:14) Στο αμάξι άκουγα το “Blue Hotel” του Chris Isaak. Ταίριαζε τέλεια με τον καιρό. Όταν τελικά έφτασα στη βιβλιοθήκη -με ένα τεράστιο φορτηγό μετακομίσεων μπροστά μου να ελίσσεται ανάμεσα από τα παρκαρισμένα- ξεκίνησε η αριστοτέλεια οδύσσεια παρκαρίσματος, γνώρισμα κάθε μεσημεριού στον χώρο του πανεπιστημίου. Υπάρχουν ώρες που είναι πιθανότερο να βρεις παρκάρισμα στη Μητροπόλεως παρά στο ΑΠΘ -Θεέ μου, πού έχουμε φτάσει; Μετά τους πρώτους 3 ερευνητικούς γύρους, αρχίζεις να νευριάζεις και να απελπίζεσαι. Φλερτάρεις με την ιδέα να παρατήσεις το αυτοκίνητό σου στη μέση του δρόμου με χαρτάκι “συγγνώμη, έχω Live Session”. Τελικά, η τύχη σου χαμογελά και βρίσκεις μια θέση -συνήθως στου βοδιού το κέρατο, μια ανάσα πριν την Αγίου Δημητρίου. Βγαίνεις όλος χαρά από το αυτοκίνητο και συνειδητοποιείς πως όλο αυτό το τράβηξες για να έρθεις και να διαβάσεις. 


(13:20) Η πρώτη στάση κάθε φοιτητή που σέβεται τον εαυτό του είναι το κυλικείο της βιβλιοθήκης. Εκεί θα σπαταλήσεις 1μιση ώρα αναζητώντας σοβαρούς λόγους να μην πας για διάβασμα, όπως το ότι ο καιρός είναι πολύ καλός, πολύ κακός ή έστω κάπου ανάμεσα, πού καιρός για διάβασμα; Τελικά, παίρνεις την τσάντα σου και πηγαίνεις να διαβάσεις στο σπίτι. “Ανοησίες, άσε τους βλάκες να διαβάζουν στη βιβλιοθήκη”. Στο σπίτι σου φτάνεις ευχαριστημένος που κάθισες κοντά 2 ώρες στη βιβλιοθήκη -κι ας τις πέρασες στο κυλικείο. Είναι κι αυτό μια αρχή. Εκεί καθαρίζεις όλο το σπίτι, παίρνεις τηλέφωνο κάποιους μακρινούς συγγενείς σου στην άλλη άκρη της γης, θυμάσαι τον πολυαγαπημένο σου φίλο από το νηπιαγωγείο και, πάνω που ήσουν τόσο κοντά να βρεις τα ίχνη του, σου στέλνει ο κολλητός σου για καφέ. Εσύ, πεπεισμένος πως είχες μια άκρως παραγωγική ημέρα, ανταποκρίνεσαι στο φοιτητικό κάλεσμα του καφέ και υπόσχεσαι στον εαυτό σου πως η επόμενη θα είναι η τυχερή σου μέρα.

(13:27) Εγώ προσπέρασα τους σκοπέλους της αμαρτίας και κατόρθωσα να κάνω εντυπωσιακή είσοδο στη βιβλιοθήκη, με μια κάμερα μ’ έναν φακό “να” -με το συμπάθιο. Έτσι, με σταμάτησε ο φύλακας να με ενημερώσει πως η φωτογράφηση εντός της βιβλιοθήκης απαγορεύεται αυστηρά. Εγώ κοιτούσα το ρολόι μου κι έβλεπα τα δευτερόλεπτα να περνάνε απειλητικά. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε επιδείξει τέτοιον ζήλο για να μπω στη βιβλιοθήκη το γρηγορότερο. Με τα πολλά ο φύλακας πείστηκε για το αγαθό των προθέσεών μου και μου επέτρεψε την είσοδο μετά κάμερας, αλλά δίχως χρόνο.

(13:33) Στη βιβλιοθήκη, οι πρώτοι 3 γύροι είναι αναγνωριστικοί -όλοι το ξέρουν αυτό. Σε μαθαίνει όλη η βιβλιοθήκη και μετά κάθεσαι “να διαβάσεις”. Μα ελάτε τώρα, ποιον κοροϊδεύουμε; Κανείς δεν έρχεται στη βιβλιοθήκη για να διαβάσει -εκτός από εκείνον τον τύπο που κάθεται όπως μπαίνεις αριστερά με δυο στήλες βιβλίων και είναι ντυμένος με ένα χοντρό πουλόβερ χειμώνα-καλοκαίρι. Η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων εδώ μέσα έρχονται, για “μασλάτι”, για “χουλιαμά”, για σούξου-μούξου”, για “σουσού”, για “καυλάντισμα” -δεν έχω άλλα. 

(13:41) Αφού εντοπίσεις κάποιον γνωστό -το οποίο θα γίνει, εκτός κι αν είσαι πλήρως αντικοινωνικός, διότι εν καιρώ εξεταστικής εδώ μέσα συγκεντρώνεται ολόκληρη η Θεσσαλονίκη, λυκειοπαίδων συμπεριλαμβανομένων- επιλέγεις να καθίσεις κοντά του, αν γίνεται, ή να μετακινηθείτε αμφότεροι, μαζεύοντας μια καρέκλα από εδώ, μια καρέκλα από εκεί και υποσχέσεις φοιτητών “να σας κρατήσουν τη θέση” -οι οποίες πάντοτε αθετούνται. Όταν τελικά καθίσεις να διαβάσεις, θα ερευνήσεις το τραπέζι σου σαν περισκόπιο υποβρυχίου. Ποιος είναι, τι διαβάζει, τι σχολή είναι, τι έτος είναι, τι είναι αυτό που φοράει, τι μουσική να ακούει, ωραίο θερμός, από πού το πήρε, συγγνώμη φίλε, από πού το πήρες, εντάξει ρε φίλε μια ερώτηση κάναμε, κι εγώ για να διαβάσω ήρθα, δε με βλέπεις, σκοτώνομαι στο διάβασμα, εξεταστική έρχεται σε νιώθω φιλαράκι μου, να σου πω, καπνίζεις; Πάμε έξω για διάλειμμα για τσιγάρο γιατί σαν να πιάστηκα;

(13:47) Νόμιζα ο ανόητος πως με το να κόψω το τσιγάρο θα γλιτώσω αυτές τα άσκοπα διαλείμματα τσιγάρου. Επλανώμην πλάνην οικτροτάτην. Το τσιγάρο είναι μια απλή πρόφαση. Μπροστά στον κίνδυνο του διαβάσματος, ο σωστός φοιτητής είναι ικανός να προφασιστεί διάλειμμα για καλλιτεχνικό δίπλωμα χαρτοπετσέτας, για να εξαφανιστεί από τον διαβολικό χώρο της βιβλιοθήκης το γρηγορότερο. Έτσι λοιπόν, συνεννοείσαι με τους φίλους σου με τα μάτια -μια ματιά αρκεί για να σταματήσει το διάβασμα- και κανονίζετε διάλειμμα σε 15 λεπτά. Το διάλειμμα τελικά πραγματοποιείται σε 5 λεπτά και κρατά περίπου 45 λεπτά. Όταν επιστρέψετε στο τραπέζι σας, αρχίζετε να γελάτε ενοχλώντας τους τριγύρω. Εκείνοι σας κοιτάνε με δολοφονικό βλέμμα. “Κάτσε λίγο, είναι ένας τύπος εδώ που δε με αφήνει να διαβάσω”, στέλνουν στον φίλο τους στο Facebook. Πατάνε pause στο βίντεο που έβλεπαν στο YouTube, στρώνουν τον γιακά του πουκαμίσου τους και σου ζητάνε τα ρέστα. “Είναι κάποιοι εδώ που έχουν έρθει να διαβάσουν ξέρεις”. Ξέρω, ξέρω, μην αγχώνεστε.  

(13:54) Η βιβλιοθήκη είναι επίσης χώρος συγκέντρωσης ετερόκλητων προσωπικοτήτων. Δεν λείπει κανείς. Από την κοπέλα με τη βλεφαρίδα κάγκελο και τη ροζ γόβα μέχρι τον τύπο με την αθλητική εφημερίδα και το λεξικό ανωμάλων ρημάτων, η βιβλιοθήκη είναι σίγουρα το μέρος το οποίο ποτέ δε θα σας απογοητεύσει. Συχνά θα αντικρίσετε ένα βιβλίο στη διπλανή σας θέση, το οποίο έχει αφεθεί εκεί για να την “κρατήσει”. Περνάει μια ώρα, πάει στο διάολο. Δύο, τρεις, πέντε. Πηγαίνετε για φαγητό. Επιστρέφετε, και το βιβλίο -το οποίο συνήθως είναι του στυλ “αστρολογία στα μεταβυζαντινά χρόνια”- ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΗ ΕΚΕΙ. Εσείς καθόσαστε μερικές ώρες ακόμη διότι δίνετε αύριο και δεν ξέρετε που πηγαίνουν τα τέσσερα, όταν τελικά σκάει μύτη ο ιδιοκτήτης του βιβλίου, το παίρνει και φεύγει, αφήνοντάς σας να αναρωτιέστε για ποιον λόγο δεν το πυρπολήσατε μαζί με τον ιδιοκτήτη του.

(14:02) Η βιβλιοθήκη, παρά τα δεκάδες προβλήματά της, σφύζει πραγματικά από ζωή. Μπορείς να τη νιώσεις στο πάντα γεμάτο κυλικείο της και στον αποπνικτικό της αέρα που σε χτυπά σαν χαστούκι μπαίνοντας. Το έχω ξαναπεί, βαρέθηκα να γκρινιάζω. Δεν με ενδιαφέρουν οι απαράδεκτες τουαλέτες, οι αγνώμονες καραγκιόζηδες που συμπεριφέρονται σαν να είναι ολομόναχοι και οι ανόητοι που πετάνε τους καφέδες τους στις γωνίες. Αγαπώ τη βιβλιοθήκη, διότι μου δίδαξε πόσο μαλάκας μπορεί να είναι ένας τύπος που εντός ολίγου παίρνει πτυχίο. Ώρες-ώρες πιστεύω πως τα πράγματα που διαβάζουμε, τα αφήνουμε με το μελάνι του στυλό μας στην κόλλα της εξέτασης.

This Live Session has ended. See you next Friday.

Advertisements