ΑΣΚΗΤΙΚΗ

SALVATORES DEI

«Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.»

Αυτά ήταν τα πρώτα λόγια που ξεστόμισε ο ηθοποιός κι έσπασε τη σιωπή σαν καρυδότσουφλο. Μεμιάς, μια κραυγή μέσα μου άρχισε τον αγώνα της να λευτερωθεί. Όμως, ας τα πάρουμε απ’ την αρχή.

Σάββατο, 27 Μαΐου 2017. Είχα φτάσει στη Ρωμαϊκή αγορά λίγο νωρίτερα από την ώρα της παράστασης. «Ασκητική» του Νίκου Καζαντζάκη σε σκηνοθεσία Ανδρέα Κουτσουρέλη. Δεν είμαι φαν του θεάτρου -τ’ ομολογώ και κρίντε με σκληρά. Ωστόσο, ο εξωτερικός χώρος και κυρίως ο έρωτας που τρέφω για τον Καζαντζάκη με ώθησαν να πάω σ’ αυτήν την παράσταση. Έκανα λοιπόν τον κύκλο της αγοράς, πασχίζοντας να αγνοήσω την επιθυμία μου να πηδήξω τα κάγκελα και να μπω μια ώρα αρχύτερα.

Η Θεσσαλονίκη έκανε πάλι το θαύμα της και η 27η Μαΐου ήταν μια μέρα κυκλοθυμική, μέρα μουντή και σκοτεινή. Τα σύννεφα εκτελούσαν συνεχώς δρομολόγια πάνω απ’ τα κεφάλια μας και συχνά-πυκνά αποφάσιζαν ν’ ανοίξουν τα σπλάχνα τους και να μας καταβρέξουν. Με αγωνία ρώτησα την υπάλληλο στην είσοδο αν θα πραγματοποιηθεί η παράσταση κι αυτή με βεβαίωσε πως όλα θα συνεχιστούν σύμφωνα με το πρόγραμμα, με τη διαφορά πως η παράσταση θα γινόταν σε έναν υπόγειο χώρο στην άλλη άκρη της αγοράς. Πήρα λοιπόν το μονοπάτι, προσπαθώντας να μην πατήσω τα σημεία που δεν έπρεπε, σκεπτόμενος τι ήθελα πιο πολύ -τ’ αστέρια ή τον Καζαντζάκη;

Περίμενα δίπλα από τον αχνό κίτρινο τοίχο να πάει 9 η ώρα και ν’ αρχίσει να κατηφορίζει ο κόσμος στην αίθουσα. Είμαι φύσει αγχώδης με τα πάντα -φοβόμουν πως ο καθένας που ερχόταν θα μου έκλεβε τη θέση. Κι αν δεν κατόρθωνα να βρω μέρος να κάτσω, τότε τι; Στράφι όλα; Κι έτσι, από άγχος σε άγχος, πορεύομαι.


Κοιτούσα τους ανθρώπους που περίμεναν μαζί μου. Πόσοι απ’ αυτούς να ‘χουν διαβάσει το κείμενο; Θεωρείται απαραίτητο να ‘χεις διαβάσει το κείμενο; Γιατί πας στο θέατρο, για να μάθεις τι γίνεται στο τέλος ή για την πορεία ως εκεί; Το ‘χω αυτό, σε στιγμές αμηχανίας να εκμηδενίζω, να γδύνω τα πάντα γύρω μου και να τα κοιτώ γυμνά, ως έχουν, χωρίς περιττά πέπλα επιτηδεύσεως. Στο μυαλό μου στριφογυρίζουν τα λόγια ενός ανθρώπου που δε γνώρισα ποτέ, ο οποίος με άνεση και σιγουριά δήλωσε πως χωρίς τις τέχνες δε θ’ άλλαζε τίποτε στον κόσμο. Πασχίζω έκτοτε να τον βγάλω λάθος, μα όλο σκοντάφτω σε τεχνοκρατικές παγίδες.
Μια κυρία με κοντά, κόκκινα μαλλιά μας είπε πως μπορούμε να περάσουμε μέσα. Κατέβηκα μια σκάλα κι έφτασα σ’ έναν χώρο μ’ εκατό καρέκλες στο περίπου. Συνειδητοποίησα πως το άγχος μου -ως συνήθως- δεν είχε λόγο ύπαρξης. Θα ‘βρισκα να κάτσω τρεις φορές. Μακάριοι οι ράθυμοι, καταραμένοι οι αγχώδεις. Υπομονετικά, περίμενα την αρχή του έργου. Προσπαθούσα ν’ αντιστοιχίσω τους 6 ηθοποιούς με 6 φωνές στην Ασκητική. Την είχα ανέκαθεν στο μυαλό μου ως μονόλογο.

«Μέσα στα κατώγια μου, οι πέντε μου ανυφάντρες δουλεύουν, υφαίνουν και ξυφαίνουν τον καιρό και τον τόπο, τη χαρά και τη θλίψη, την ύλη και το πνέμα.»

Ένας αργαλειός η ύπαρξη κι οι πέντε μας αισθήσεις οι υφάντρες. Ίσως γι’ αυτό είναι πέντε οι ηθοποιοί -κι ο έκτος εγώ, ανάμεσά τους, «οικοδομώ την άβυσσο.» Ο Καζαντζάκης έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να κατονομάζει τα πράγματα. Οι λέξεις του είναι έτοιμες να ξεκολλήσουν απ’ το χαρτί, τόσο ισχυρές, τόσο ποτισμένες είναι με μια ατσάλινη θέληση.

Θυμάμαι έναν φοιτητή, τελειόφοιτο της φιλολογίας, να μου μιλά για τη Λογοτεχνία με μια απάθεια. Τον θυμάμαι να λέει πως δε μπορεί να διαβάσει, διότι ξέρει τους τρόπους γραφής κάθε συγγραφέα. Ξέρει τι να περιμένει. Τον θυμάμαι, με μια ευκολία, να ξεγυμνώνει τον Καζαντζάκη. Να λέει πως, αν εξαιρέσουμε την Ασκητική, δεν έχει τίποτε να πει. Αναρωτιέμαι, αν συνεχίσω να διαβάζω και φτάσω κάποτε να ‘χω διαβάσει όσα κι εκείνος, θα γίνω κι εγώ απαθής; Θα ξεγυμνώνω τους συγγραφείς με αλαζονική ευκολία, και θα τους βάζω σ’ ένα ράφι; «Καλοί», σαν να λέμε, κανείς ποτέ δε θ’ αγγίξει το τέλειο. Σαν να λέμε, όλα έχουν δυνητικά ειπωθεί, άρα προς τι τόση φασαρία; Αν είναι να γίνω κάποτε έτσι, αγαπητοί μου, προτιμώ να μη ξαναδιαβάσω τίποτε. Θα ζω μακάριος, πιστεύοντας σε μια μαγεία η οποία δεν υπακούει σε υφολογικούς κανόνες.

229915

Οι έξι ηθοποιοί έδιναν σάρκα και οστά στο κείμενο. Τι ώθηση παίρνει η Λογοτεχνία όταν της δίνεις μια σπρωξιά με τα δικά σου μέσα. Έβλεπα το πνέμα, τη σάρκα, το χώμα μπροστά μου. Το κείμενο ζωντάνευε. Άκουγα μια φωνή να μιλά για πράγματα τα οποία κατά πολύ μας ξεπερνούν. Ισχυρές λέξεις, Θεός, Πνέμα, Άβυσσος, Γης. Αυτή μου η τάση να τα εκμηδενίζω όλα, σιγά-σιγά έσβηνε. Στη θέση της άναβε μια φλόγα, στην αρχή με μορφή μικρής σπίθας, μα στην πορεία ανεξέλεγκτης φωτιάς. Όλοι εκείνοι οι άγνωστοι που είχαμε μαζευτεί σ’ εκείνο το υπόγειο δεν ήταν γυμνοί στα μάτια μου. Δεν ήταν ζώα με ρούχα που τιθάσευαν τις ορμές τους για μια-δυο ώρες. Ήταν κάτι παραπάνω.

«Είμαι ένα πλάσμα εφήμερο, αδύναμο, καμωμένο από λάσπη κι ονείρατα. Μα μέσα μου νογώ να στροβιλίζουνται όλες οι δυνάμες του Σύμπαντου.»

Σε κάθε έναν που πιστεύει πως αν εξαφανίζονταν οι Τέχνες δε θ’ άλλαζε τίποτε, κρατώ στην καρδιά μου αδιάσειστο αντίλογο ένα απόγεμα Σαββάτου. Εκεί, σε ένα υπόγειο, έξι άνθρωποι είπαν σε άλλους εκατό τρισμακάριους ένα μέγα, εξαίσιο, αποτρόπαιο μυστικό:

«Και το ένα τούτο δεν υπάρχει!»

 

Παίζουν αλφαβητικά οι ηθοποιοί:

Στάθης Βούτος, Κώστας Ίτσιος, Ανδρέας Κουτσουρέλης, Χρήστος Μαστρογιαννίδης, Νίκος Νικολάου, Δημήτρης Παλαιοχωρίτης

Εικόνες:

artandlife.gr

ntng.gr

Advertisements