ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Τρία περίπου χρόνια πριν καθόμουν σαν και σήμερα στο μπαλκόνι μου. Ήταν βράδυ, βράδυ Τρίτης. Καθόμουν κι αναλογιζόμουν, όπως άλλωστε κάνω πριν κάθε τι που θεωρώ σπουδαίο στη ζωή μου, πως κάτι θα συμβεί και δε θα ζήσω τις Πανελλήνιες. Κάτι θ’ αλλάξει τραγικά αύριο. Πιστεύω πια πως αυτό συμβαίνει επειδή το μυαλό μας είναι πολύ μικρό για να χωρέσει πράγματα μεγαλύτερά μας. Ο μόνος τρόπος να τα χωρέσει είναι να τα βιώσει. Κι έτσι, καθισμένος στο μπαλκόνι, σκεφτόμουν πως αύριο αρχίζει το τέλος -ενώ αυτό είχε φτάσει καιρό πριν.

Σε όλα έτσι δεν συμβαίνει; Γίνονται τόσο σταδιακά που δε τα συνειδητοποιείς. Το κορμί κι ο νους είναι απασχολημένα στη στιγμή, όχι τόσο στη σύλληψή της. Η σκέψη έρχεται μετά από καιρό, αφού καταλαγιάσει η φουρτούνα και βγει δειλά-δειλά ο ήλιος. Σ’ όλα τα πράγματα έτσι συμβαίνει. Μέχρι να το σκεφτείς, είσαι ήδη παραπέρα κι αναπολείς τα περασμένα. Κάθε στιγμή πεθαίνουμε και γεννιόμαστε άλλοι.

Όταν ξεκίνησε η χρονιά της Τρίτης Λυκείου, αρνιόμουν να μάθω απ’ έξω όλα αυτά που μου υπέδειξαν. Μου φαινόταν ειρωνικό να αποστηθίσω τον Σωκράτη, ο οποίος υποστήριζε να δοκιμάζουμε και να εξετάζουμε κάθε τι που μας παρουσιάζεται ως αλήθεια, μέχρι να κλονιστεί συθέμελα και να ξεγυμνωθεί, λουσμένο στο ψέμα του. Κι όμως βρέθηκα να ξέρω απ’ έξω 3 βιβλία σαν τ’ όνομά μου. Πριν πάω να τα δώσω, τα έκλεισα, έβαλα το χέρι μου στο οπισθόφυλλο σαν να ορκίζομαι στο δικαστήριο και τα είπα 5 φορές το καθένα. Τα είπα όπως λέω καλημέρα, δίχως να κομπιάσω, δίχως να εντυπωσιαστώ με το τι κατάφερε το μυαλό μου. Αν με ρωτήσετε τι θυμάμαι τώρα, θα σας απογοητεύσω· δε θυμάμαι ούτε μια γραμμή.

Δεν προσπαθώ μ’ αυτή μου τη δήλωση να καταδικάσω τις Πανελλήνιες. Τα πράγματα που κέρδισα απ’ τη χρονιά εκείνη είναι πολλά. Πρώτο και κυριότερο, η βαθιά μου πεποίθηση πως μ’ ένα βήμα τη φορά, μπορείς να κατακτήσεις τον κόσμο. Σ’ όποιον κοιτάει το ψηλό βουνό και απελπίζεται, θα πω: ένα βήμα τη φορά. Αυτό το θεριό κερδίζεται βδομάδα τη βδομάδα, όχι μια κι έξω. Αρχίζω να πιστεύω πως όλα τα θεριά, έτσι κερδίζονται. Με συνέπεια και υπομονή.

Οι Παρασκευές μου, θυμάμαι, ήταν η μέρα που πήγαινα στο σπίτι ενός φίλου μου. Καθόμαστε στο μπαλκόνι του, πίναμε μπύρες και λέγαμε κάθε βδομάδα τα ίδια. Πόσα πολλά μας έβαλαν να κάνουμε, πόσα λάθη κάναμε και δεν έπρεπε. Πόσα είπαμε εκείνες τις Παρασκευές, ούτε εγώ δε το θυμάμαι. Και πλέον, μετά από τόσο καιρό, όλα του κόσμου τα 93/100, όλα τα καλά σχόλια των καθηγητών, όλες οι άγριες χαρές των αποτελεσμάτων δεν έχουν καμία σημασία. Απ’ όλα τα σπουδαία που ξεστόμισα, ανάθεμα κι αν θυμάμαι έστω κι ένα.

Θυμάμαι τις ημέρες που ξυπνούσα στις 5μιση για να ικανοποιήσω την τελειομανία μου στα Λατινικά. Ήταν η αδυναμία μου. Ήταν το καλό μου μάθημα, το μάθημα στο οποίο μοναδικός αντίπαλος ήταν ο ίδιος μου ο εαυτός. Δεν πήγαινα για να γράψω καλά. Πήγαινα για να γράψω 100. Και το 100 λίγο μου φαινόταν, στις μεγαλύτερες εξάρσεις της αλαζονείας μου. Μετά από αποστήθιση εκατοντάδων νεκρών τύπων, μετά την κατανόηση απείρων γερουνδίων, γερουνδιακών, τελικών και χρονικών προτάσεων παντός τύπου, έφτασε η ώρα της εξέτασης. Κι εκεί, έκανα ένα παιδαριώδες λάθος κι έχασα το 100. Ακόμη με θυμάμαι να βγαίνω από την αίθουσα και να το συνειδητοποιώ. Να θέλω να πάω στον επιτηρητή και να τον παρακαλέσω να μου δώσει την κόλλα πίσω, διότι δε νοείται να χάσω το 100 με τόσο εύκολα θέματα. Αυτό μου δίδαξε δυο πράγματα: πρώτον, όσο καλύτερος είσαι, τόσο περισσότερο κινδυνεύεις από τον ίδιο σου τον εαυτό -ή καλύτερα, από την ίδια σου την έπαρση. Δεύτερον, μη σπαταλάς δυνάμεις για μάχες χαμένες από χέρι. Επίλεξε τις μάχες σου, προσεκτικά. Δεν έχουμε χρόνο για όλες.

Με θυμάμαι, απολύτως βυθισμένο μέσα σε βιβλία, να συνειδητοποιώ την πραγματική σπουδαιότητα του πράγματος που διαβάζω. Σπουδαιότητα πραγματική, όχι αυτή που σου χαρίζει μόρια. Κοίταξα κατάματα τη σοφία του Αριστοτέλη, τη δημιουργικότητα του Πλάτωνα, την ομορφιά της -εκτός ύλης- Σονάτας του Σεληνόφωτος του Ρίτσου. Σπατάλησα πολλά απογεύματα διαβάζοντάς την, ρουφώντας την ολόκληρη. Ίσως γι’ αυτό στη λογοτεχνία, τη μεγαλύτερή μου αγάπη, έγραψα και τον χειρότερο βαθμό μου. Στηριχτείτε στη δουλειά σας, σε κανένα ταλέντο, σε καμία διαίσθηση. Να είστε ταπεινοί, να απαρνιέστε ό,τι κάνατε κάθε μέρα και να σκυλιάζετε για το καλύτερο. Οι Πανελλήνιες είναι διαγωνισμός με τον εαυτό σας και με κανέναν άλλον.

Θυμάμαι όλους που κοιτούσαν πάνω απ’ τον ώμο μου τον κυκλωμένο με κόκκινο στυλό βαθμό μου. Με λύπη έπιανα κι εμένα να ρίχνω κλεφτές ματιές. Ο καθένας εκεί μέσα είναι δυνάμει εχθρός, μια μονάδα στις 100 καθορίζει σχολές, πόλεις, ζωές ολόκληρες. Πατούσαμε επί πτωμάτων για αναρρίχηση στην κλίμακα των υποψηφίων. Φροντίζαμε να δηλώνουμε χαιρέκακα πως έχουμε περάσει στην πέμπτη μας επανάληψη, δίπλα σε άτομα τα οποία δεν είχαν βγάλει ακόμη την ύλη. Χαιρόμασταν με τα λάθη των υπολοίπων, όταν εμείς γνωρίζαμε τη σωστή απάντηση. Φροντίστε να μη χάσετε πρωτίστως τον εαυτό σας. Η σχολή έρχεται μετά.


Θυμάμαι τα πρωινά Σαββάτου -μέρα αφιερωμένη στην Ιστορία κατεύθυνσης- να πηγαίνω σε ένα συγκεκριμένο καφέ, ακούγοντας ένα συγκεκριμένο τραγούδι. Έμπαινα στο γραφείο του πατέρα μου, άνοιγα το φως, άφηνα τα ακουστικά στα αυτιά μου για μερικά ακόμη δευτερόλεπτα και ξεκινούσα. Μέσα στους 4 τοίχους του γραφείου αυτού ανέβαινα τον ανήφορο, ένα βήμα τη φορά, Κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό, έβαζα ένα μικρό λιθάρι. Κι όταν έφτασα ψηλά, όταν ξεφύλλιζα τα βιβλία που πλέον ήξερα, δε μπορούσα να εξηγήσω πώς τα έμαθα. Το μάτι είναι δειλό, μα το χέρι τολμηρό.

Θυμάμαι τη μανία μου σαν έβγαινα από την αίθουσα της εξέτασης να γυρίσω στο γραφείο του πατέρα μου και να τραβήξω μια χαρακιά στον πίνακα του ηλεκτρικού. Μέρα με τη μέρα, μάθημα με το μάθημα, τράβηξα την έκτη και τελευταία χαρακιά. Περίμενα τότε το μυρμήγκιασμα στην σπονδυλική στήλη, την άγρια χαρά που συνοδεύει το τέλος. Κι όμως, δεν ήρθε ποτέ.

Το αίσθημά μας δε δουλεύει σαν εμάς, συμβατικά. Ωριμάζει με τον καιρό, γεμίζει με τα χιλιάδες λιθαράκια των λεπτών που αφιερώσαμε σ’ έναν σκοπό ανώτερό μας. Όταν έρθει η ώρα εκείνη της τελείωσης, εσύ έχεις καιρό τώρα αδειάσει: τα ‘δωσες όλα, δεν κράτησες τίποτε. Είμαστε ό,τι κάνουμε: δεν είμαστε αριθμοί και μόρια. Δεν είμαστε κλεφτές ματιές πάνω από ώμους. Δεν είμαστε σειρές επιτυχίας. Είμαστε τα Σάββατά μας, οι μικρές ρουτίνες μας. Τα κρυφά μας κλάματα και οι αγωνίες μας. Εσύ μονάχος ξέρεις πόσα λιθαράκια έβαλες. Κοίταξε να είσαι εσύ ο πιο αυστηρός κριτής του εαυτού σου.
Το πιο σπουδαίο μάθημα που διδάχτηκα στην Τρίτη Λυκείου, ήταν σε σελίδες χαρακτηρισμένες «εκτός ύλης»:

Τό ξέρω πώς καθένας μονάχος πορεύεται στόν ἔρωτα,

μονάχος στή δόξα καί στό θάνατο.

Τό ξέρω. Τό δοκίμασα. Δέν ὠφελεῖ.

Δεν ωφελεί. Πες ευχαριστώ σ’ όποιον το αξίζει. Σ’ αυτούς που ήταν σιωπηλά εκεί, καταφύγιο κι εκτόνωση. Σε γονείς, φίλους, καθηγητές, συντρόφους. Κρίνε μονάχα τον εαυτό σου. Στα δύσκολα να παίρνεις όλη την ευθύνη. Μόνο αυτό θα σε πάει παραπέρα.

Σε όλους αυτούς που ξεκινούν, θα πω αυτό μονάχα: έχετε καιρό τώρα τελειώσει.

Advertisements