ΚΑΠΑΝΙ – LIVE SESSIONS

(12:47) Παλεύω να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά. Είμαι καθισμένος στο Χοζεβά, το μικρό καφέ στη Σπανδωνή με θέα το Καπάνι. Στο μυαλό μου στριφογυρίζει αδιάκοπα η δολοφονία του Λαμπράκη. Κάθε που περνώ από τη συμβολή των οδών Βενιζέλου και Ερμού και κοιτώ το μνημείο, κάτι μέσα μου ξυπνά, φωνάζει. Οι πιο ωραίες ιστορίες είναι και οι πιο δύσκολες.

(12:54) Κάθομαι στον πάνω όροφο του καφέ. Ακριβώς έξω από το παράθυρο, μια γλάστρα με πετούνιες μου υπενθυμίζει την άνοιξη σε μια μέρα κατά τα αλλά μουντή. Ανοίγω το παράθυρο για λίγο, πριν έρθει το αφεντικό και το κλείσει για να μην βγει έξω η δροσιά του κλιματιστικού. Ο αέρας βρωμάει Θεσσαλονίκη.


(13:08) Παρήγγειλα διπλό ελληνικό. Έχω καιρό να πιώ ελληνικό καφέ. Έχει κι ένα λουκούμι συνοδεία στο πιατάκι. Κάθε που πίνω τέτοιον καφέ, θυμάμαι τη γιαγιά μου. Πρέπει να πάω να τη δω, έχω καιρό. Όπου και να πάω, όσο και να ταξιδέψω, καλύτερο ελληνικό καφέ από της γιαγιάς μου δεν πρόκειται να πιώ. Έχει ένα μυστικό στο φτιάξιμό του, από αυτά τα μυστικά του παλιού καιρού, που νοστιμίζουν να πεις τα πράγματα τα καθημερινά. Ξέρατε πως το νόστιμος βγαίνει από τον νόστο; Είναι αυτός που νοσταλγείς, αυτός που σου θυμίζει το σπίτι σου. Τι πιο νόστιμο από έναν ελληνικό καφέ;

(13:17) Κοιτάω από το παράθυρο κάτω στην αγορά. Πωλούνται παντόφλες και παιδικά φορεματάκια. Στην αγορά περπατούν κάθε λογής άνθρωποι, άλλοι για βόλτα, άλλοι από ανάγκη. Μια στο τόσο, κάποιος σταματά στους πάγκους και ρίχνει μια ματιά. Μετά από τόσα χρόνια, έχουν μάθει οι πωλητές ποιος θέλει ν’ αγοράσει. Με τους ηδονοβλεψίες δεν ασχολούνται καν. Κάθονται στην καρέκλα τους και κουβεντιάζουν. Κάθε μέρα, πόσα χρόνια τώρα.

(13:24) Σήμερα είναι μια από “εκείνες” τις μέρες. Τις μέρες που δε μπορεί να χαλάσει ούτε ο καιρός. Έκανα μια μεγάλη βόλτα από την πλατεία Άθωνος, εκεί που επισκευάζουν ψάθες. Πέρασα από την ψαραγορά. Η μυρωδιά της με κυνηγά ακόμη. Η Θεσσαλονίκη εδώ ζει πιο δυνατά. Τη νιώθω πιο στοργική, πιο “μάνα”, όπως της πρέπει.


(13:29) Τις τελευταίες εβδομάδες έχω καταπιαστεί με τη γενιά του ’30. Τώρα διαβάζω την άτυπη τριλογία του Βενέζη, Αιολική Γη – Νούμερο 31328 – Γαλήνη. Βιβλία γραμμένα με αίμα, αγωνία και πόνο. Όταν διαβάζω τέτοια έργα, συνειδητοποιώ την ασημαντότητα των προβλημάτων μου. Σαν τον υποχόνδριο στον Μόμπι Ντίκ ένα πράγμα. Διάβασα γι’ ανθρώπους που είχαν γαντζωθεί απ’ τη ζωή με οποία δύναμη είχε απομείνει στο τυραννισμένο σώμα τους. Νιώθω δειλός. Αυτό κάνει η καλή λογοτεχνια -σε κρίνει. Σε κάνει να σκέφτεσαι, να βλέπεις με μάτια άλλα, πιο έμπειρα. Διάβασα γι’ ανθρώπους που τους καταδίκασαν σε μια νόστιμη ζωή. Σε μια ζωή που θυμίζει -μόνο αυτό.

(13:36) Προσπαθώ να μπω στη θέση των τυραννισμένων ανθρώπων, αλλά δε μπορώ. “…ο πόνος είναι αφηρημένη έννοια αν δεν τον έχεις δοκιμάσει, […] μόνο ό,τι άγγισες με τα χέρια σου και την καρδιά σου, μόνο ό,τι πλήρωσες με αίμα σου είναι γνώριμο και μπορεί να βρει μέσα σου ηχώ.” Τάδε έφη Ηλίας Βενέζης. Και μ’ άφησε να παρακαλώ να μην αξιωθώ να γράψω ποτέ έτσι, τέτοιες λέξεις με αίμα γραμμένες.


(13:44) Είμαι καθισμένος στον επάνω όροφο. Έχω στρογγυλοκαθίσει στο μεγάλο τραπέζι δίπλα στο παράθυρο. Μια κυρία ανεβαίνει και κάνει να ενώσει τα δυο μικρά απέναντι τραπέζια για να καθίσει με την μεγάλη παρέα της. Σηκώνομαι να καθίσω σ’ ένα μικρό τραπέζι -όπως έπρεπε εξαρχής- κι η κυρία αντιδρά λες και της έσωσα τη ζωή. Τόσα καλά λόγια, απ’ τα βαφτίσια έχω ν’ ακούσω. Υπάρχουν ευγενικοί άνθρωποι. Σπανίζουν ελαφρώς, αλλά άμα ψάξεις καλά θα τους ανακαλύψεις. Εγώ βρήκα έναν. Κρυβόταν στο Χοζεβά.

(13:52) Ο πάνω όροφος άρχισε να παραμαζεύει κόσμο. Είναι όμως από τις ώρες εκείνες που δε ζήτω τη γειτονιά των ανθρώπων. Νιώθω σα ματι σαλιγκαριού που το αγγίζουν και μαζεύεται ασυναίσθητα. Νιώθω σαν να μπήκαν στο σπίτι μου ένα μάτσο άγνωστοι, απρόσκλητοι. Κι όμως, το σπίτι μου είναι ανοιχτός χώρος.

(14:00) Είμαι αρκετή ώρα εδώ και με ζητά ο δρόμος. Το ξανάγραψα, αλλά η Θεσσαλονίκη σήμερα μου φαίνεται πως έχει ανοίξει την αγκαλιά της λίγο περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως. Αναζητώ καιρό την καλύτερη παρομοίωση γι’ αυτήν την πόλη -δε θα την βρω ποτέ. Έχω αρχίσει να ζυμώνω στο μυαλό μου επίμονα την έννοια της χίμαιρας. Το “αεικίνητο” του φουκαρά στην Αιολική Γη, ή το καμήλι με το άσπρο κεφάλι. Αφιερωθείτε στο κυνήγι μιας χίμαιρας. Φροντίστε μονάχα να μη χάσετε στην πορεία τον εαυτό σας.


This Live Session has ended. See you next Friday.

Advertisements