ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΠΥΡΓΟΣ

Στη Θεσσαλονίκη δεν έχουμε μονάχα Λευκό πύργο. Έχουμε κι έναν Κόκκινο, χτισμένο πιο ανατολικά, στην τότε συνοικία των «Εξοχών». Ο Κόκκινος πύργος, σημείο αλλοτινών καιρών, χτίστηκε για να υμνήσει έναν έρωτα. Κι έτσι, παραδομένος -όπως και κάθε έρωτας- στο έλεος της φθοράς του χρόνου, σήμερα στέκεται ετοιμόρροπος στη Βασιλίσσης Όλγας, χάνοντας μέρα με τη μέρα τη μάχη με έναν πράσινο εκδικητικό κισσό.

Όμως, ας τα πάρουμε απ’ την αρχή.


12 Ιουνίου 2017. Ημέρα Δευτέρα. Η εξεταστική έχει κι επισήμως ξεκινήσει, κι όμως εμένα μια φλόγα μου τρώει τα σωθικά. Διάβασα κάπου πως ο Κόκκινος πύργος χτίστηκε για να υμνήσει έναν έρωτα -τον έρωτα του Δημήτρη Ιωαννίδη – Τσακιρντέκη προς την Ευτυχία, πίσω στα 1890. Της έχτισε λοιπόν έναν πανέμορφο -τότε- παραθαλάσσιο πύργο και τον ονόμασε «Ο Πύργος της Ευτυχίας μου», αφήνοντάς μας να αναρωτιόμαστε αν η ευτυχία του ήταν το συναίσθημα ή η γυναίκα που του το προκαλούσε.

Έχω περάσει εκατοντάδες φορές από μπροστά, κι όμως ποτέ δεν τον είχα παρατηρήσει. Βρίσκεται δίπλα στην επιβλητική Βίλλα Καπαντζή κι αυτό του αφαιρεί λίγη παραπανίσια αίγλη. Είναι σαν να παραδίδετε το γραπτό σας μετά τον απουσιολόγο -η επίγευση θα ‘ναι πικρή. Ο Κόκκινος πύργος, αν είσαι ψυλλιασμένος φαίνεται απ’ τον δρόμο. Πρέπει να έχεις τον νου σου. Ένας καταπράσινος κισσός έχει αγκαλιάσει το κτίριο κι έχει ντροπιάσει τον Κόκκινο πύργο. Μία κυριαρχία του πράσινου σε κόκκινα λημέρια -πού ακούστηκε κάτι τέτοιο; Κι έτσι, ο Κόκκινος πύργος, ο άλλοτε επιβλητικός, ο χτισμένος με έρωτα και φλόγα, πλέον χάνει από το μετριοπαθές, το γαλήνιο πράσινο.

Διαισθάνομαι μια σπίθα στον αέρα.


Παρκάρω μερικά μέτρα παραδίπλα. Προσεγγίζω την περίφραξη με δυο φίλους μου. Η πόρτα είναι ελαφρώς ανοιχτή. Μπαίνοντας μέσα στον προαύλιο χώρο, πρώτα βλέπεις ένα μικρότερο κτίριο, το οποίο είναι επίσης χτισμένο σε μορφή κάστρου. Είναι κλειδαμπαρωμένο. Με λύπη το περιτριγυρίζω, μπας και σταθώ τυχερός.

Τζίφος.

Απογοητευμένος κάνω να φύγω. Με την άκρη του ματιού μου ωστόσο βλέπω πίσω μου ένα πολύ μεγαλύτερο κτίσμα -τον πραγματικό Κόκκινο πύργο. Ντροπιασμένος που μου τραβάει πάντα την προσοχή το δέντρο και χάνω το δάσος, προχωρώ προς το άλλοτε μεγαλοπρεπές κτίσμα, που πλέον χάσκει απροστάτευτο: συνθήματα στους τοίχους, κουρέλια στο πάτωμα, ξύλα, πέτρες, σύριγγες και μερικά πεταμένα στρώματα συνθέτουν την σύγχρονη εικόνα του Κόκκινου πύργου. Κάποιοι άνθρωποι μένουν εδώ και δε φαίνεται να τους συγκινεί ιδιαίτερα η ρομαντική ιστορία της κατοικίας τους. Στο κάτω-κάτω, δεν είναι παρά 4 τοίχοι -έτσι δεν είναι;


Κάνω να πάω στον πάνω όροφο. Πού τέτοια τύχη -είναι καμένος ολοσχερώς. Η σκάλα που ανεβάζει στον ανύπαρκτο πλέον όροφο είναι γεμάτη αποκαΐδια και στάχτη. Οι τοίχοι κρατούν στην επιφάνειά τους το επίμονο γλείψιμο των φλογών. Η καπνίλα μαρτυρεί μια σιωπηλή μάχη, μια επιθυμία της πέτρας να συνεχίσει να στέκεται για να διαιωνίσει έναν εφήμερο έρωτα. Να που όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός γελά.

Τα δοκάρια της οροφής δεν φαίνονται ικανά να τη συγκρατήσουν. Αναρωτιέμαι μήπως η οροφή τα κρατά στη θέση τους -δεν αποκλείεται. Καρφιά εξέχουν από κάθε δοκάρι, λες και ο Κόκκινος πύργος είναι μια γιγαντιαία τριανταφυλλιά που ‘χει εξοπλίσει τα άνθη του με μυτερά αγκάθια για τους πιθανούς κάπηλους. Αυτός ο πύργος είναι ένα παγιδευμένο συναίσθημα, το ύψιστο σκαλί της ανθρώπινης τελείωσης: ο έρωτας. Μια υπόθεση καθαρά προσωπική. Ένα αμάραντο, ανέγγιχτο τριαντάφυλλο σε μια προθήκη. Κι εκεί επανέρχεται το αιώνιο ερώτημα -γιατί η φύση δεν κόβει τα τριαντάφυλλα απ’ τα κοτσάνια τους; Τα τριαντάφυλλα έχουν φτιαχτεί για να μυρίζονται, όχι για να μαραίνονται σ’ ένα σκληρό κοτσάνι. Το τριαντάφυλλο φτάνει στην εντελέχειά του όταν κοπεί και μυριστεί -αλλιώς είναι τριαντάφυλλο δυστυχές, ανεκπλήρωτο. Εξιτάρει επιφανειακά, με την κόκκινη όψη του -δε βιώνεται.


Κι έτσι παρατηρούσα σιωπηλός το δράμα του Κόκκινου πύργου -την ήττα του από το πράσινο, την υποβολή του σε μια μίζερη παθητικότητα, την αδιαφορία των κατοίκων του για το παθιασμένο παρελθόν του. Το πιο ζωντανό σημείο του πύργου, το πιο συναφές με την «κόκκινή» του ιδιότητα, ήταν ο καμένος του όροφος, ο γλειμμένος από τις φλόγες και την απελπισία. Μια αιώνια φωτιά -αυτή είναι η σωτηρία του Κόκκινου πύργου. Ένα αιώνιο τυράννισμα σε κόκκινες, θεόρατες φλόγες. Ένα τυράννισμα παρόμοιο μ’ αυτό του πραγματικού έρωτα, του ανεκπλήρωτου ή όχι -του έρωτα εκείνου που σου καίει τα σπλάχνα κι αφήνει μια κάπνα ακάθαρτη.

Έφυγα από τον περίβολο. Συνέχισα τις δουλείες μου ξεχνώντας προσωρινά το δράμα του πύργου. Συλλογιζόμουν πως αυτή είναι η μοίρα κάθε κόκκινου: να οπισθοχωρεί με τον καιρό, να χάνει τη μάχη από το πράσινο, να σβήνει. Κι έτσι, σιγά-σιγά, ν’ αποτραβηχτεί ήσυχο στη γωνιά του και να καταδικαστεί σε μια ζωή που θα μπορούσε να ‘ναι κόκκινη, αλλά κάπου στην πορεία έσβησε.

Η εικόνα του τυραννισμένου πύργου έφυγε από το μυαλό μου. Η καθημερινότητα έχει τον τρόπο της να σε τραβά απ’ το χέρι και να σε πάει παρακάτω. Κι όμως, σε μια απίθανη συγκυρία της τύχης, απ’ αυτές που μόνο η ζωή ξέρει να βάζει τόσο αριστοτεχνικά στο διάβα σου, την ημέρα που επισκέφτηκα τον Κόκκινο πύργο, αυτός το βράδυ ξανακάηκε. «Θύμα» ήταν το μικρότερο κτίριο, το «δέντρο» που με ξεγέλασε αρχικά.


Έπιασα τον εαυτό μου να συλλογίζεται πως αυτό ήταν ίσως το χρέος του πύργου -να καεί. Ένας πύργος αφιερωμένος σ’ έναν έρωτα, σε μια άσβεστη φλόγα, δε μπορεί να κάθεται και να βιώνει καθημερινά την ήττα, να την πίνει γουλιά-γουλιά. Ο Κόκκινος πύργος έκρυβε βαθιά στα σπλάχνα του τη σπίθα του κόκκινου, τη φλόγα, η οποία χρόνια έψαχνε αφορμή να ξεπηδήσει. Δεν ταιριάζουν στον πύργο του έρωτα κισσοί, δεν του ταιριάζουν τιτιβίσματα πουλιών κι εγκατάλειψη. Του ταιριάζουν φλόγες απελευθερωτικές, ίδιες μ’ αυτές που τον τυραννούσαν 100 και βάλε χρόνια πίσω.

Έτσι φτάνει ο Κόκκινος πύργος στην εντελέχειά του: με την τυράννια, την απελπισία. Αυτός ο πύργος, το σημείο ενός έρωτα, είναι ειρωνικό να κάθεται απλώς εκεί, να στέκεται και να ρεμβάζει. Δεν υπάρχει τίποτε παθητικό στον έρωτα -είναι όλος ενέργεια και κίνηση. Ένας πύργος του έρωτα, πύργος Κόκκινος, του πάθους, θα ‘πρεπε να ‘ναι ένας πύργος κινούμενος συνέχεια. Θα ‘πρεπε να ‘χει ανθρώπους να τον γεμίζουν με τις φωνές τους, με το δράμα τους, να ποτίζουν βαθιά τους τοίχους του με τα κόκκινα πινέλα τους. Σ’ έναν κόκκινο πύργο δε χωρά τίποτε λευκό, τίποτε υγιές και άσπιλο. Είναι όλα βουτηγμένα σε μια κόκκινη άβυσσο, πνιγηρή, αιώνια, σπιλωμένη.

Στοιχεία από Μηχανή του Χρόνου & Parallaximag

Advertisements