ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

Τρίτη, 20 Ιουνίου. Η ημέρα είναι ζεστή, αφόρητα ζεστή. Έχω περπατήσει ολόκληρο το κέντρο για να φτάσω στο Δημαρχείο Θεσσαλονίκης, με ολιγόλεπτες στάσεις στη διαδρομή. Σιχαίνομαι τις στάμπες ιδρώτα και την ανεξέλεγκτη εφίδρωση. Συλλογίζομαι, ωστόσο, πως υπάρχουν πράγματα πολύ χειρότερα από αυτά.

Φτάνω στο Δημαρχείο, στην εκδήλωση της UNHCR για την Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων. Διάφοροι εθελοντές έχουν περικυκλώσει το Δημαρχείο φορώντας φωσφορίζοντα πορτοκαλί γιλέκα. Χώροι για παιδικό παιχνίδι είναι διαμορφωμένοι στην πίσω πλευρά του Δημαρχείου, ενώ μπροστά είναι έτοιμα τα όργανα για ζωντανή μουσική και λειτουργεί και κουζίνα, στην οποία μαγειρεύουν ως επί το πλείστον πρόσφυγες.


Φτάνω και βγάζω την κάμερά μου. Έχω πάρει μια άτυπη και μέσω τρίτου άδεια από την οργανωτική επιτροπή, ωστόσο δεν έχω κάποιο διαπιστευτήριο για να το αποδείξω. Ορισμένοι με κοιτούν με καχυποψία -εσείς τι θα κάνατε αν ερχόταν κάποιος και άρχιζε να σας τραβά φωτογραφίες; Ρωτώ δειλά-δειλά τους γονείς -ή, έστω, αυτούς που υποθέτω πως είναι οι γονείς μέσα στην κοσμοσυρροή- αν μπορώ να φωτογραφίσω το παιδί τους. Οι περισσότεροι γνέφουν χαμογελώντας, ενώ με αυτούς που δεν μιλούν αγγλικά συνεννοούμαι άπταιστα με νοήματα. Και πάλι, λαμβάνω το ίδιο χαμόγελο ως απόκριση -ένα οικουμενικό «ναι».

Έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται ποιος είναι ο σκοπός μια Παγκόσμιας Ημέρας. Είναι η καχυποψία που χτυπά την πόρτα της συνείδησής μας, ή αυτό το ένστικτο της αμφισβήτησης που είναι πάντοτε βουβά, ενοχλητικά παρόν. Σκέφτομαι πως ο σκοπός των Παγκόσμιων Ημερών είναι να αφυπνίσουν, να υπενθυμίσουν, να ευαισθητοποιήσουν. Δεν έχουν σκοπό την αναπόληση ενός πολέμου κερδισμένου που πολεμήθηκε αλλού, αλλά την αφύπνιση ενάντια σε ιδέες που σαπίζουν με τα χρόνια. Την κατάκτηση του αυτονόητου.


Με αυτά στο μυαλό μου, προσπαθώ να αγνοήσω τα πιθανά σχόλια τρίτων για το «σήμερα τους θυμηθήκατε»; Αυτά είναι ευκολότερο να τα αγνοήσεις από τα υποτιμητικά βλέμματα κάποιων περαστικών, οι οποίοι με περίσσια απέχθεια ρωτούσαν τους εθελοντές: «Αυτοί τι είναι; Πρόσφυγες;» και συνέχιζαν με μια γκριμάτσα αηδίας τον δρόμο τους. Έχω καταλάβει πως με κάποιους περαστικούς δε θα ταιριάξουν τα χνώτα σου -όμως τι να γίνει, δεν γίνεται να ταιριάζουν με όλων.

Στον χώρο του παιχνιδιού, διάφοροι άνθρωποι είχαν μαζευτεί σε έναν κύκλο. Οι ηλικίες κυμαίνονταν από 3 έως 63 (και βάλε) ετών. Ένα χαρτί γυρνούσε από χέρι σε χέρι, μια κυρία εξηγούσε τους κανόνες του παιχνιδιού κι ένας νεαρός μετέφραζε στη γλώσσα του -μητρική γλώσσα και πολλών άλλων που έπαιζαν. Οι κανόνες είχαν ως εξής: ο καθένας παίρνει το χαρτί, του δίνει ένα οποιοδήποτε σχήμα και δημιουργεί κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα αντικείμενο το οποίο στη συνέχεια χρησιμοποιεί κάνοντας παντομίμα. Ένας έφτιαξε, για παράδειγμα, ένα πνευστό όργανο και έκανε πως παίζει φλογέρα. Μια κυρία το έπλασε σαν τηλεσκόπιο, ένας άλλος το τύλιξε σαν φαλάφελ -και το δάγκωσε- ενώ μια άλλη κοπέλα το κουνούσε σαν βεντάλια. Μια κυρία, η οποία είχε ένα μωρό σε μάρσιππο, έφτιαξε ένα καράβι από το χαρτί. Ο επόμενος το πήρε, το ξεδίπλωσε και συνέχισε.


Αυτό το χαρτί ήταν ένα παλίμψηστο. Είχε χωρέσει μία προς μία τις ιστορίες χιλίων ανθρώπων. Διαγράφηκαν, μα ένα στίγμα τους έμεινε πάνω στο χαρτί. Μια μικρή ζάρα, ένα μικρό σκίσιμο μια σταλιά, στη γωνία. Και στο τέλος, η λευκή αυτή κόλλα παραμένει λευκή, ποτισμένη ωστόσο απ’ το μελάνι χιλίων ιστοριών -κάθε ζάρα και μια μοίρα χωριστή.

Έτσι είναι στο κεφάλι μου κι οι μοίρες των ανθρώπων: χωρούν. Έχει κι ο επόμενος σειρά, έχει κι ο επόμενος χαρτί να γράψει δυο αράδες.

Προχώρησα. Πολλά παιδιά ήταν καθισμένα κάτω κι έφτιαχναν χαρταετούς, τους οποίους στη συνέχεια έβαφαν. Άλλοι ζωγράφιζαν το αποτύπωμα της παλάμης τους στο Δέντρο της Ζωής, ενώ παρακάτω μερικά παιδάκια περίμεναν να τα ζωγραφίσουν στο πρόσωπο. Ένα κοριτσάκι μάλιστα κατάλαβε πως το φωτογράφιζα και πήρε την καλύτερή του πόζα, γεμάτη νάζι.


Στην μπροστά πλευρά, στον χώρο της συναυλίας, ένας καλλιτέχνης -νομίζω αφρικανικής καταγωγής- είχε το μικρόφωνο. Σταμάτησε να παίζει την φοβερή του μουσική για να μας κάνει μια έκπληξη. Άρχισε να κουνιέται με τον τρόπο που μόνο οι άνθρωποι προικισμένοι μ’ έναν ενστικτώδη ρυθμό μπορούν και τραγούδησε τον εθνικό ύμνο της Ελλάδας. Έκανε λάθος σε πολύ λίγες λέξεις κι έδωσε στον εθνικό ύμνο τον δικό του ρυθμό, τον απ’ αλλού φερμένο. Μπορώ μονάχα να φανταστώ τι παραλήρημα μπορεί να προκαλέσει μια τέτοια εκτέλεση του εθνικού μας ύμνου. Να θυμίσω μονάχα πως δεν υπάρχει αμιγές γένος, και πως η ώσμωση είναι πράγμα επικερδές -κάτι μπορεί να μάθεις απ’ τ’ αλλιώτικο κι απ’ το αλλού φερμένο, όσο κι αν δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι.


Προχώρησα λίγο παρακάτω και γνώρισα ένα μικρό παιδί: τον Αχμέντ. Ο Αχμέντ έχει 3 αδέρφια και μου ζήτησε να τον φωτογραφίσω. Πήγαμε σ’ έναν τούβλινο τοίχο και του είπα να βγάλουμε εκεί τη φωτογραφία. Στήθηκε και περίμενε. Περίμενα κι εγώ να χαμογελάσει ο Αχμέντ. Τίποτε. Του είπα στα Αγγλικά: “Show me your teeth”, όμως ο Αχμέντ δεν κατάλαβε. Του έκανα την γκριμάτσα στην οποία τραβάς τις άκρες των χειλιών σου προς τα πάνω, δημιουργώντας έτσι ένα χαμόγελο. Αυτήν την πόζα πήρε ο Αχμέντ κι αυτήν την πόζα φωτογράφισα.

Το χαμόγελο στη φωτογραφία είναι μια κοινωνική σύμβαση που ποτέ δεν κατάλαβα -το χαμόγελο όμως στη ζωή; Αυτό τι είναι;

Είχα μαζί μου έναν μικρό εκτυπωτή. Τύπωσα τη φωτογραφία του μικρού Αχμέντ και τον αναζήτησα μέσα στην κοσμοσυρροή. Τελικά, με τη βοήθεια μερικών φίλων, τον εντόπισα με την οικογένειά του. Πίσω από τη μικρή τυπωμένη φωτογραφία, του έγραψα:

To my friend Ahmed.

Keep smiling.


Τα αδέρφια του Αχμέντ ήθελαν όλα από μία φωτογραφία. Εγώ έκανα το χρέος μου, τα φωτογράφισα ένα προς ένα, τα άφησα να τραβήξουν φωτογραφίες μεταξύ τους. Ακόμη έχω τις λήψεις τους -άλλες αποτυχημένες, άλλες καλύτερες από αυτές που θα έβγαζα εγώ. Δεν ξέρω αν το χαμόγελο στη φωτογραφία είναι όντως μια κοινωνική σύμβαση άγνωστη στον Αχμέντ και στα αδέρφια του. Εγώ εύχομαι μονάχα το χαμόγελο στη ζωή τους να μην είναι σύμβαση, αλλά να έρχεται αβίαστα, καθημερινά, σαν τις ακτίνες του ήλιου το ξημέρωμα.


Δεν υπονοώ πουθενά πως το χαμόγελο και η ευτυχία λείπει από τις οικογένειες αυτές. Οι ζωές τους είναι τόσο αξιοπρεπείς που δε μου επιτρέπουν κανένα τέτοιο σχόλιο. Ο πόνος αυτός, της προσφυγιάς, μου είναι άγνωστος. Τον έχω γνωρίσει μονάχα μέσα από βιβλία και ταινίες -τον εύκολο δρόμο. Πιο καλά από εμένα το είπε ο Βενέζης:

«…ο πόνος είναι αφηρημένη έννοια αν δεν τον έχεις δοκιμάσει, […] μόνο ό,τι άγγισες με τα χέρια σου και την καρδιά σου, μόνο ό,τι πλήρωσες με αίμα σου είναι γνώριμο και μπορεί να ‘βρει μέσα σου ηχώ.»

Δεν θέλω να παίξω με ξένους πόνους. Είναι μια κουρτίνα που δεν πρέπει να τραβήξω. Κι επίσης, δε θέλω ετούτο το κείμενο να γίνει μελοδραματικό, δακρύβρεχτο. Δεν αξίζει σ’ αυτούς τους ανθρώπους μια ιστορία που προκαλεί δάκρυα. 

Τους αξίζει, αντίθετα, μια ιστορία, μια ζωή γεμάτη χαμόγελο.

Advertisements
Tagged with: