ΠΟΣΑ ΚΥΜΑΤΑ ΧΩΡΑΝΕ ΣΕ ΜΙΑΝ ΩΡΑ;

-Τη θάλασσα δε πρέπει να τη φοβάσαι, πρέπει να τη σέβεσαι.

Χρόνια ακούω τον πατέρα μου να μου το λέει αυτό, αφήνοντας να εννοηθεί πως πίσω από το γαλάζιο περίβλημα κρύβεται μια κόλαση αδέκαστη. Τη θάλασσα έμαθα να τη σέβομαι. Όχι επειδή την έχω φάει με το κουτάλι, αλλά επειδή τα ωραιότερα πράγματα έχουν φόντο μια θάλασσα.

Η θάλασσα κινείται πάντα. Τα κύματά της ταξιδεύουν κάθε νύχτα όλον τον κόσμο, για να ‘ρθουν και να σκάσουν με μια χαρακτηριστική ηρεμία στην παραλία μπροστά στα πόδια μου. Μου γαληνεύει την ψυχή αυτό. Είναι σαν μια πίστωση πως η Γη έκανε και σήμερα τον κύκλο της. Όλα βαίνουν καλώς. Όπου κι αν είμαι, η θάλασσα κάνει το κομμάτι της και μου φέρνει κάποιο κύμα κουρασμένο. Ταξίδεψε πολύ -μόνο για μένα.

Κοιτώ συχνά τα κύματα να σκάνε στις ακρογιαλιές. Ένας αέναος διάλογος με τη θάλασσα -κάθε κύμα και μια λέξη. Κι έτσι αναρωτήθηκα –πόσα κύματα χωράνε σε μιαν ώρα; Πόσα πράγματα προλαβαίνει ο υδάτινος αυτός όγκος να μοιραστεί μαζί μου σε μιαν ώρα; Απορίες καθόλα ανθρώπινες, που κρύβουν τη μανία του ανθρώπου να τα φέρνει όλα στα δικά του μέτρα –ή, τουλάχιστον, να προσπαθεί.

Δε νιώθω ντροπή για τις επιλογές μου. Είναι στη φύση μου να κονταροχτυπιέμαι με την πραγματικότητα. Ίσως είναι ο τρόπος μου να βελτιώνομαι μέρα τη μέρα. Το μεγαλείο κάποιων πραγμάτων -πάντα πραγμάτων απλών- ποτέ δε θα το συλλάβω. Όσο κι αν προσπαθώ να το τυλίξω με το μανδύα της λογικής μου θα εξαφανίζεται πάντοτε. Αν μπορέσω όμως ποτέ να καθίσω σε μια ακρογιαλιά χωρίς να αναρωτιέμαι ούτε γιατί σκάνε εδώ τα κύματα, ούτε πόσα κύματα σκάνε, ούτε από πού ήρθαν, τότε τι μου απέμεινε; Ένα δόλιο στοιχείο έχω που με κάνει άνθρωπο, κι αυτό είναι να ρωτώ ακούραστα «γιατί».


Πριν από δυο μέρες στο Ethnik καθόμουν και κοιτούσα τη θάλασσα. Είπα λοιπόν από μέσα μου να τη μετρήσω. Κράτησα χρόνο 10 δευτερόλεπτα και μετρούσα πόσα κύματα θα σκάσουν στα πόδια μου. Μέτρησα 2, κι ένα τρίτο που προσπάθησε αλλά η σύμβασή μου το ‘κοψε στη μέση. 2μιση λοιπόν, είπα εμφανώς ντροπιασμένος που υποβάλλω τη θάλασσα σε τέτοιες διαιρέσεις που τίποτε δεν έχουν να χωρίσουν με το μεγαλείο της. Η θάλασσα ήταν ήρεμη την ώρα εκείνη. Κάθε ώρα μου ‘λεγε 900 λέξεις -όσες θα της πω τώρα κι εγώ.

Εκείνη η νύχτα στο Ethnik ήταν σαν να πλάστηκε απ’ τα χέρια έμπειρου παραμυθά. Η θάλασσα ήταν λάδι, μου μιλούσε στοργικά, κι από πάνω ο ουρανός φωτιζόταν από χίλια αστέρια -ούτε ένα λιγότερο. Κι αυτά επιχείρησα να τα μετρήσω, το κάνω συχνά. Μου δίνει την ψευδαίσθηση του ελέγχου. Λες και περίμενε εμένα το στερέωμα να μετρήσω τ’ άστρα για να καλέσει τον ήλιο να τα σβήσει. Κι εκεί, κάπου ανάμεσα από ουρανό, κύματα και χίλια αστέρια, νιώθεις πως έχεις κι εσύ θέση σ’ αυτήν την πράξη. Σ’ έχει ανάγκη αυτός ο κόσμος, πρέπει να τον βιώσεις. Χρειάζεται έναν μάρτυρα η ομορφιά αυτή, πριν χαθεί ανείδωτη με την αυγή.

Η επόμενη ημέρα ξημέρωσε διαφορετικά. Φυσούσε δυνατός αέρας, τ’ αστέρια κρύφτηκαν με το φως κι η θάλασσα δεν είχε καμία διάθεση για διάλογο. Τα κύματα ήταν άναρχα, έσκαγαν μανιασμένα στην ακτή δίχως ρυθμό -ένα δυνατό ταρακούνημα στην ψευδαίσθηση του ελέγχου μου. Ο αέρας μας ξερίζωνε τις τέντες απ’ το έδαφος -σαν να μην ήμασταν επιθυμητοί ένα πράγμα.


Πήγα μ’ έναν φίλο μου σ’ ένα κολπάκι πίσω από το Ethnik. Το κύμα έσκαγε με δύναμη στους κοφτερούς βράχους. Κολυμπήσαμε όσο το δυνατόν μακρύτερα από τους βράχους για να βγούμε σε μια άλλη παραλία, λίγο μακρύτερα. Άνθρακες ο θησαυρός, γυρίσαμε πίσω. Όταν επιστρέψαμε στην ακτή, συναντήσαμε έναν τύπο που είχε στήσει τη σκηνή του πολύ κοντά στη θάλασσα. Φαινόταν έμπειρος και οργανωμένος. Στα μάτια του μπορούσες να διαβάσεις δύο πράγματα. Το ένα ήταν πως δεν φαινόταν να εκτιμά πολύ τη γειτονιά των ανθρώπων. Το δεύτερο ήταν πως ο δρόμος αυτός οδηγεί σε δύσβατα μονοπάτια, πολύ μοναχικά.

-Τη θάλασσα δεν πρέπει να τη φοβάσαι, πρέπει να τη σέβεσαι. Εσύ σήμερα δε τη σεβάστηκες.

Ο τόνος της φωνής του δεν είχε τίποτα το πατρικό, σε αντιδιαστολή με τη θύμηση της φράσης αυτής. Ίσως είναι καρπός ενός μυαλού που περπάτησε πολύ ένα δύσβατο μονοπάτι. Ίσως πάλι έχει δίκιο. Ο καιρός δεν επέτρεπε κολύμπι. Η θάλασσα δεν είχε όρεξη για διάλογο -αγρίεψε. Κοιτούσα τα κύματα να σκάνε με μανία στους βράχους και τον άκουγα να μιλά για το πώς ο άνθρωπος μπορεί να πνιγεί σε μια κουταλιά νερό. Αυτή η κουταλιά νερό είναι βέβαια ένα σύμβολο. Το σύμβολο μιας χίμαιρας, της αιώνιας αναζήτησης, του απραγματοποίητου ονείρου. Του σκοπού ο οποίος μεγάλωσε τόσο που τελικά μας ξεπέρασε. Πάντα αγαπούσα τα μεγάλα όνειρα. Αλλά αυτά που ξεπερνούν κι εμάς τους ίδιους είναι επικίνδυνα.

Κάθε που πάω να προσαρμόσω τον κόσμο αυτό σε ρυθμούς ανθρώπινους με ξεγελά. Κάνει μια κίνηση απρόβλεπτη και με αφήνει πίσω. Δε χωρά η θάλασσα σε μιαν ώρα, σε μέτρα ανθρώπινα. Δεν υπάρχει νούμερο για τ’ άστρα. Και μόνο η προσπάθειά μου μαρτυρά μια άπληστη φύση που θέλει συνεχώς να κατακτά.

Τη θάλασσα τη σέβομαι πολύ. Κάνει κάτι που με ξεπερνά. Ταξιδεύει συνέχεια, δεν έχει τελειωμό αυτή η περιπλάνηση. Κάθε μέρα ξημερώνει σε άλλο λιμάνι, σε άλλη πολιτεία. Θα ‘θελα να γίνω θάλασσα, να κινούμαι πάντα. Να ημερεύω, να αγριεύω, να δίνομαι χωρίς να ξοδεύομαι. Να επιστρέφω πάντα αφού έχω πάει παντού. Να με συνοδεύει η γαλήνη της γνώσης και η ηρεμία της δύναμης. Θαρρώ πως όλοι κρύβουν μια θάλασσα μέσα τους -τους μένει απλώς να την ανακαλύψουν.

Advertisements
Tagged with: