ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΤΗ

Ξυπνώ και νιώθω πως βρίσκομαι στο βαθύτερο καζάνι της Κολάσεως μαζί με τον Χίτλερ, τον Ιούδα και τον Κάιν. Νιώθω πως η σκηνή μου είναι τοποθετημένη στον Ήλιο. Βγαίνω έξω ιδρωμένος και εξοργισμένος, αφού σκουντουφλάω στο νεσεσέρ μου και στο ψυγειάκι. Τα φερμουάρ της σκηνής δεν ανοίγουν με τίποτε. Καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια να μη τα σκίσω με τα δόντια μου, καθώς η σκηνή είναι δανεική. Έξω, συνειδητοποιώ πως έχουμε στήσει τη σκηνή στο μοναδικό σημείο το οποίο χτυπά ο ήλιος -μάλλον θα φταίει ότι τη στήσαμε στα μαύρα μεσάνυχτα. Λες κι ο Θεός άρπαξε έναν μεγεθυντικό φακό και συγκέντρωσε τις ακτίνες του ηλίου πάνω μας.

Παίρνω την πετσέτα μου κι αποφασίζω να κοιμηθώ λιγάκι έξω στη δροσιά. Το αεράκι με ηρεμεί και με νανουρίζει. Οι ήχοι των τζιτζικιών είναι δυνατοί, όμως συνηθίζονται. Ο ύπνος τυλίγει σιγά-σιγά γύρω μου το μαύρο του πέπλο, όταν ξαφνικά οι Σενεγαλέζοι της διπλανής σκηνής βάζουν στη διαπασών ρέγκε μουσική. Σαν να μην έφτανε αυτό, ο ένας από τους δύο έχει μπει στο ενοικιαζόμενο Nissan τους και μαρσάρει. Don’t worry about a thing, cause every little thing is gonna be alright.

Το πήρα επιτέλους απόφαση πως ο ύπνος στο κάμπινγκ αυτό είναι extreme sport. Πάω να πάρω το νεσεσέρ μου από τη σκηνή για να πλύνω τα δόντια μου. Νιώθω πως κοιμήθηκα με μια κάλτσα στο στόμα -αν κρίνω από το πώς έχουμε πεταμένα τα πράγματα στη σκηνή, δεν αποκλείεται κι όλας. Ο φίλος μου με βρίζει μέσα στον ύπνο του επειδή κάνω θόρυβο. Αυτός δηλαδή γιατί δεν ξυπνά από τη ζέστη; Προχωρώ πίσω από κάτι θάμνους, αναλογιζόμενος τη μοίρα μου που γεννήθηκα αλαφροΐσκιωτος, κρατώντας παραμάσχαλα το νεσεσέρ μου και ένα μπουκάλι νερό.

Πλένω τα δόντια μου. Είναι αυτό μια δόση φρεσκάδας. Ένας αέρας κανονικότητας φυσά -σαν να ‘μαι σπίτι μου ένα πράγμα. Κρατώ στο ένα χέρι την οδοντόβουρτσα και στο άλλο το μπουκάλι με το νερό, ενώ το μισό μου πρόσωπο είναι πασαλειμμένο με αφρό οδοντόκρεμας. Πάω να βάλω την οδοντόβουρτσα στην τσέπη του μαγιό, όμως είναι πιο στενή απ’ όσο νόμιζα κι η οδοντόβουρτσα καταλήγει μέσα σε κάτι σβουνιές. Βρίζω δυνατά -ελπίζω οι Σενεγαλέζοι να μην ξέρουν ελληνικά. Θυμάμαι πόσο έκανε η οδοντόβουρτσα στο μίνι μάρκετ του κάμπινγκ -το οποίο πουλά από σουτζουκάκια μέχρι γυψοσανίδες-και βρίζω δυνατότερα. Δε θα τους κάνω τη χάρη. Θα ζήσω όπως οι πρωτόγονοι, δίχως οδοντόβουρτσα. Αναλογίζομαι πως οι σβουνιές μυρίζουν οριακά καλύτερα από την ανάσα μου. Κλαίω με αναφιλητά πίσω από το θάμνο, δίπλα από μια οδοντόβουρτσα μέσα σε κάτι σβουνιές.

Προχωρώ προς το μίνι μάρκετ για να αγοράσω έναν καφέ να ανοίξει το μάτι μου. Το κάμπινγκ είναι μεγάλο και έχω λίγο περπάτημα μπροστά μου. Συνειδητοποιώ πως είμαι ελαφρώς πιασμένος από τον ύπνο. Μάλλον θα φταίει που δεν είμαστε τόσο οργανωμένοι όσο οι υπόλοιποι κατασκηνωτές, οι οποίοι κουβαλούν στα κάμπινγκ όλο τους το σπίτι εκτός των τοίχων. Ένας τύπος παίζει βελάκια. Εγώ για να δω το βράδυ εκπαιδεύω πυγολαμπίδες, κι αυτός εδώ ο προκλητικός τύπος παίζει βελάκια με τα παιδιά του. Αχ, ρε καραγκιόζη, θα σου κλέψω τα βελάκια και θα σε κυνηγώ με αυτά μέσα σε όλο το κάμπινγκ.

Παρακάτω, ένας ηλικιωμένος κύριος είναι ξαπλωμένος σε ένα ντιβάνι και λύνει ένα σταυρόλεξο. Η γυναίκα του κάθεται παραδίπλα σε μια καρέκλα. Η κύριος τη φωνάζει. Αυτή πάει από πάνω του, ανταλλάζουν τεύχη σταυρολέξων και επιστρέφουν στην προηγούμενη κατάσταση. Σαν τη ζωή του συνταξιούχου, δεν έχει. Βλέπω κι ένα πλυντήριο παραδίπλα. Σκέφτομαι να τους ζητήσω να βάλω αν μπορώ τα δόντια μου για πλύσιμο, τώρα που έχασα την οδοντόβουρτσά μου.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, φτάνω μπροστά σε μια σκηνή η οποία είναι μακράν η εντυπωσιακότερη. Την περιβάλλει ένας τεράστιος κισσός. Έξω από τη σκηνή είναι στημένος ένας τεράστιος καναπές και μπροστά μια τεράστια τηλεόραση. Παραδίπλα στέκεται ένα μεγάλο τραπέζι και τα ποδήλατα των παιδιών, παραταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Κοιτάω στο βάθος και τι να δω: τρίβω τα μάτια μου, δε μπορεί λέω, πρωί είναι ακόμη, πουλάκια κάνουν τα μάτια μου. Κι όμως, δεν κάνουν: ο τύπος παίζει αρμόνιο. Κουβάλησε ένα αρμόνιο στο κάμπινγκ, κι εγώ, επειδή δεν έφερα μαξιλάρι, κοιμάμαι πάνω στις κουβαριασμένες άπλυτες μπλούζες μου. Θα έρθω στις 5 το πρωί με μία τροκάνα έξω απ’ τη σκηνή σου να δούμε ποιος έχει καλύτερη μουσική παιδεία. Φιγουρατζή.


Με τα πολλά φτάνω στο μίνι μάρκετ, αποφεύγοντας τους υπόλοιπους φιγουρατζήδες, οι οποίοι είναι ικανοί να έχουν διοργανώσει κανένα reality show μέσα στο κάμπινγκ και να έφεραν τον Χρήστο Φερεντίνο για παρουσιαστή. Εκεί παίρνω έναν καφέ ο οποίος δεν είναι διόλου άσχημος -τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Και κόκκους καφέ να μασούσα, θα ‘λεγα κι ευχαριστώ εκείνη την ώρα.

Φτάνω στη σκηνή. Πάω να κοιτάξω την ώρα και συνειδητοποιώ πως το κινητό μου έχει 2% μπαταρία. Σκέφτομαι πως οι πρωτόγονοι δεν είχαν ανάγκη τον ηλεκτρισμό και την επικοινωνία μέσω Ίντερνετ. Κάθομαι στο καρεκλάκι δίπλα από τη σκηνή μου. Ακούω τα τζιτζίκια. Περνάει ένα λεπτό. Ξύνομαι. Τα τζιτζίκια συνεχίζουν. Κάθομαι σταυροπόδι. Δεν βολεύομαι. Αλλάζω πόδι. Πάλι δεν βολεύομαι. Σηκώνομαι και τεντώνομαι. Παρακολουθώ μια σειρά από μυρμήγκια να περπατούν πάνω στον κορμό ενός δέντρου. Τζι-τζι, τζι-τζι.

Ε, άι στο διάολο.

Τρέχω μανιωδώς στη ρεσεψιόν με τον φορτιστή και το ετοιμοθάνατο κινητό μου. Δεν έχω ίχνος τύψεων. Στο γυρισμό, θα πάω να αγοράσω ένα γιγαντιαίο αεροξόλ, να δουν αυτά τα κωλοτζιτζίκια, όλη μέρα τζι-τζι-τζι μέσα στο αυτί μου.

Επιστρέφοντας από τη ρεσεψιόν αποφάσισα να μπω στη σκηνή και να πάρω το βιβλίο μου να διαβάσω. Μέσα στη σκηνή, το τζι-τζι-τζι των τζιτζικιών φάνταζε ακόμη δυνατότερο απ’ ό,τι έξω. Κι ενώ αναρωτιόμουν ποιος μου κάνει πλάκα, κοίταξα προσεκτικότερα στα τοιχώματα της σκηνής κι αντίκρυσα ένα τζιτζίκι να κάνει σαν τη μάνα μου τη μέρα των ελέγχων στο γυμνάσιο. Εσύ θα πλερώσεις τα κρίματα των ομοίων σου, ψιθύρισα και το άρπαξα για να το βγάλω έξω από τη σκηνή.

Έξω, έτσι όπως το κρατούσα ανάμεσα στα δάχτυλά μου, αυτό σταμάτησε να φωνάζει. Εκεί αισθάνθηκα άσχημα για το άμοιρο πλάσμα. Δε μου έφταιξε το καημένο σε τίποτε. Το άφησα ήρεμα πάνω στο γρασίδι να πάει να βρει τους φίλους του. Ξαφνικά, το τζιτζίκι, σε μια στιγμή βγαλμένη από ρομαντική ταινία, γύρισε προς το μέρος μου. Με κοίταξε, σαν να μου λέει «ευχαριστώ» και ξεκίνησε να κάνει πάλι τζι-τζι-τζι.

Νομίζω δεν έχω πατήσει τίποτε πιο δυνατά στη ζωή μου. Χαλκομανία το έκανα. Καλά να πάθει το αρθρόποδο, όλη μέρα τζι-τζι-τζι και τζι-τζι-τζι.

(συνεχίζεται εδώ)

Advertisements