ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΤΗ (ΣΥΝΕΧΕΙΑ)

(… το προηγούμενο εδώ)

Τα υπόλοιπα τζιτζίκια δε φάνηκαν να πτοούνται από τον θάνατο του πρωτοπαλίκαρού τους, του εμπροσθοφυλακίτη τους που έστειλαν μέσα στη σκηνή μου για να με ενοχλήσει αποτελεσματικότερα. Αποφασίζω να μην ασχοληθώ άλλο με τα τζιτζίκια, “αγνόησέ τα”, λέω στον εαυτό μου. Σε τέτοιο σημείο απόγνωσης έχω φτάσει, να κρατώ κακία στα τζιτζίκια μήπως και φιλοτιμηθούν να σταματήσουν. Δεν ξέρω εάν και κατά πόσο τα τζιτζίκια είναι φιλότιμα πλάσματα. Σύμφωνα πάντως με γνωστούς και φίλους, η λέξη “φιλότιμο” υπάρχει μονάχα στην ελληνική γλώσσα -πού να την ξέρουν δυο ψωροτζιτζίκια.

Μπαίνω στη σκηνή να πάρω τη σακούλα μέσα στην οποία έχω τα βιβλία μου. Ο φίλος μου ακόμη κοιμάται. Τον μουντζώνω ενστικτωδώς επειδή θα ήθελα να βρίσκομαι στη θέση του. Παίρνω τη σακούλα με τα βιβλία και τι να δω: είναι βρεγμένη. Βγαίνω γρήγορα έξω και απλώνω τα βιβλία στον ήλιο σαν χταπόδια πάνω σε μια παρατημένη ξύλινη τάβλα που βρήκα δίπλα από τον φράχτη της περίφραξης. Κάθομαι λοιπόν στην καρεκλίτσα μου. Να διαβάσω δεν μπορώ, τα βιβλία λιάζονται. Να ασχοληθώ με το κινητό μου δεν μπορώ, είναι στην ρεσεψιόν. Να κοινωνικοποιηθώ δε μπορώ, η παρέα μου κοιμάται. Κάπως έτσι, θαρρώ, ένιωσε κι ο Καρυωτάκης όταν έβαλε ένα παλτό και περπάτησε στη θάλασσα.


Εκεί λοιπόν που κάθομαι αμέριμνος, ακούω μία οχλαγωγία να πλησιάζει από τα δεξιά. Ξαφνικά αντικρίζω 2 μικρά παιδικά αυτοκίνητα τα οποία “οδηγούν” 2 παιδιά κι έχουν από 1 φίλο δίπλα τους. Δεν ξέρω εάν τα παιδιά οδηγούν τα αυτοκινητάκια τους ή αν τα αυτοκινητάκια τους τα σέρνουν στην ευχή του Θεού. Προς αποφυγή πάσης παρεξήγησης, δε μιλώ για μικρά αυτοκινητάκια, τίποτε “χοτ-γουήλς”. Μιλώ για αυτοκίνητα μεγέθους οριακά σμαρτ, τα οποία κάποιοι εγκληματίες έδωσαν στα παιδιά τους “για να παίξουν” και βολοδέρνουν μέσα στο κάμπινγκ σαν τον Βιν Ντίζελ σε νεότερη εκδοχή και με περισσότερα μαλλιά.

Αυτοί λοιπόν οι μικροί σατανάδες πλησιάζουν από τα δεξιά, φωνάζοντας και γελώντας επιδεικτικά, σαν να μου λένε “έτσι περνάει η ώρα στο κάμπινγκ, μαμούχαλε”. Έτσι όπως περνούν από μπροστά μου, σκουντουφλούν στην τάβλα με τα βιβλία, την οποία -φυσικά- περνούν από πάνω, πατώντας μαζί και τα 3 βιβλία μου, συνεχίζοντας απτόητοι το διάβα τους. Εγώ έμεινα πίσω να φωνάζω: “ΟΧΙ ΤΟΝ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ, ΠΟΥ ΝΑ ΣΑΣ ΠΑΡΕΙ Ο ΔΙΑΟΛΟΣ! ΓΥΡΙΣΤΕ ΠΙΣΩ ΜΙΚΡΟΙ ΒΗΣΙΓΟΤΘΟΙ, ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΑΤΤΙΛΑ, ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ!” Συνειδητοποιώ πως ακούγομαι 40 χρόνια μεγαλύτερος. Στέκομαι λοιπόν, θλιμμένος και σκεπτικός, δίπλα σε μια ξύλινη τάβλα με βιβλία διακοσμημένα με μια ωραιότατη λαστιχιά, ενώ τα παιδιά γελούν και ξεμακραίνουν. Φλερτάρω με την ιδέα να πάρω το αμάξι μου και να κάνω το ίδιο με τις μπιγκόνιες και το μίνι-γκολφ του μπαμπά τους -τέτοιο το χάσμα!- όμως επανέρχομαι στην τάξη, σκεπτόμενος πως για κάτι τέτοια φυλακίζεσαι και δεν αξίζει να χαραμίσω τα νιάτα μου σε κάποιο μπουντρούμι.


Πάω προς τη ρεσεψιόν -όχι για να καταγγείλω τα παιδάκια, είπαμε γέρος αλλά όχι και τόσο- για να πάρω το κινητό μου το οποίο πρέπει να έχει φορτίσει έστω λίγο. Μπαίνω μέσα και η κοπελίτσα στην οποία είχα δώσει το κινητό μου έχει αλλάξει δραματικά μέσα σε μισή ώρα. Έχει αφήσει μουστάκι και έχει χάσει τα μαλλιά της σε μοτίβο μισοφέγγαρου. Ζήτω το κινητό μου. Ο τύπος μου αρχίζει τα μισόλογα, όχι “δε μπορώ να πιστοποιήσω κάπως ότι είναι δικό σου”, όχι “περίμενε να έρθει η κοπέλα από το Παλιούρι”, όχι “ήρθες στο κάμπινγκ, άσε λίγο το κινητό σου”. ΔΩΣΕ ΜΟΥ ΤΟ ΜΗ ΣΕ ΠΑΡΕΙ Ο ΔΙΑΟΛΟΣ ΠΡΩΙ-ΠΡΩΙ! Τελικά, η λογική ροή των επιχειρημάτων μου πείθει τον υπάλληλο να μου δώσει το κινητό μου. Φεύγω λοιπόν χαμογελώντας από τη ρεσεψιόν, απολαμβάνοντας την πρώτη μου νίκη για σήμερα. Πάω να ανοίξω το κινητό μου: τίποτα. Βρε το πατάω να ανοίξει, βρε το ξαναπατάω, τίποτα. Συνειδητοποιώ πως μάλλον η κοπέλα δεν το έβαλε καλα στην πρίζα. Να το πάω πίσω στον τύπο που μόλις σκυλόβρισα, αποκλείεται. Πόσο καλα μεταμφιέζεται το φιάσκο σε νίκη.


Αποφασίζω να πάω για μπάνιο -όχι στη θάλασσα, αλλά στις ντουζιέρες να ξεβρωμίσω. Πάω λοιπόν στις τουαλέτες-ντουζιέρες και μπαίνω μέσα σε μία. Η πόρτα δεν κλειδώνει -δεν πειραζει, απλώνω την πετσέτα μου πάνω στην πόρτα, τι διάολο, θα καταλάβουν πως είναι κατειλημμένη. Αρχίζω να σαπουνίζω το κεφάλι μου με ένα σαμπουάν 11 σε 1 -σαμπουάν, αφρόλουτρο, παραφίνη, απορρυπαντικό, αντικουνουπικό και μελιτζανοσαλάτα- το οποίο είχα αγοράσει από το μίνι μάρκετ. Κάνει πάρα πολύ αφρό, είμαι σαν τον Άγιο Βασίλη. Ξαφνικά, ακούω από πίσω μου μια φωνή να αρθρώνει πάρα πολλά σύμφωνα. “Χμ”, λέω στον εαυτό μου, “σλαβικό φύλο ακούγεται.” Μετά από λίγες στιγμες όμως, “χμ”, ξαναλέω στον εαυτό μου, “πολύ κοντά μου ακούγεται”! Γυρνώ λοιπόν έντρομος, εκτεθειμένος και σαπουνισμένος σαν τον Πήτερ Σέλερς στο πάρτι και βλέπω έναν τύπο να με κοιτά ασκαρδαμυκτί, κρατώντας το παιδί του από το χέρι και ζητώντας συγγνώμη σε οποία γλώσσα ήξερε. Μάλλον στη γλώσσα του η απλωμένη πετσέτα πάνω στην πόρτα σημαίνει “παρακαλώ, περάστε και δείτε τον κώλο μου”.

Φευγω θυμωμένος από τη ντουζιέρα και, χωρίς καμία λογική, τραβάω γραμμή για τη θάλασσα. Αχ, η θάλασσα. Αυτή είναι η όαση γαλήνης μέσα σ’ αυτό το διαβολεμένο κάμπινγκ. Θέλω να ξαπλώσω κάτω από τον ήλιο και να διαβάσω το βιβλ… θέλω να ξαπλώσω κάτω από τον ήλιο και να μην κάνω απολύτως τίποτε. 


Φτάνω στην παραλία. Σε κάθε τετραγωνικό εκατοστό είναι απλωμένη μια πετσέτα και στερεωμένη μια τέντα. Ο μόνος τρόπος να κάτσεις σε αυτήν την παραλία είναι ή να έχεις συγγένεια με τον ιδιοκτήτη του κάμπινγκ, ή να είσαι ο Ιησούς Χριστός και να κάτσεις πάνω στο νερό. Δυστυχώς όμως για εμένα, δεν ανήκω σε καμία από τις παραπάνω κατηγορίες. Βρίσκω μια γωνίτσα σε μια ακρούλα της παραλίας και κάθομαι προσεκτικά. Το τρανσιστοράκι του διπλανού παίζει το ντεσπασίτο, ενώ του παραδιπλανού παίζει το ντεσπασίτο σε ρεμίξ.

Ε, άι στο διάολο.

Παίρνω το αμάξι. Οδηγώ σαν μανιασμένος και επιστρέφω στην πόλη. Βάζω το ερκοντίσιον στο 18 και κουλουριάζομαι από κάτω. Ο φίλος μου με έχει πάρει 14 τηλέφωνα, αλλά δε θα μπορούσε να με νοιάζει λιγότερο -ας μη κοιμόταν. Δεν έχω ίχνος ντροπής πάνω μου. Αυτή είναι ζωή, ακου εκεί κάμπινγκ και αηδίες.

Ερκοντίσιον, ψύξη και Άγιος ο Θεός.

Advertisements
Tagged with: