ΤΟ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ I – Ο ΠΗΓΑΙΜΟΣ

Πάντα υπήρχε μια κρυφή ένωση μεταξύ Βορείων και Κρητών. Θα έλεγα πως, για κάποιον λόγο, ταιριάζουν τα χνώτα μας. Πάντοτε ανταλλάσσουμε λόγια αμοιβαίου σεβασμού. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που κατάλαβα από τις μέχρι τώρα διακοπές μου στο νησί της Κρήτης. Το δεύτερο είναι πως η Κρήτη δεν είναι νησί. Σε κάνει να νιώθεις διαφορετικά. Οι μεγάλοι της δρόμοι κι η αυτονομία της δίνουν έναν αέρα μιας ανεξάρτητης πολιτείας, σαν να μην μας έχει ανάγκη. Αφήστε την στην ησυχία της.

Όμως, ας τα πάρουμε από την αρχή.

Το Σάββατο πρωί-πρωί, εγώ και τρεις φίλοι μου φορτωθήκαμε στο MiTo με τελικό προορισμό την Κρήτη. Η μόνη μας δέσμευση ήταν ένα καράβι στον Πειραιά το οποίο έφευγε στις 10 το βράδυ για Ηράκλειο. Όλα τα υπόλοιπα ήταν δική μας υπόθεση.

Το να βάλεις εμάς τους 4 στο MiTo μαζί με όλα μας τα πράγματα ήταν σαν να προσπαθείς να χωρέσεις ένα ραδιόφωνο μέσα σε μία κασετίνα. Με σάλιο και υπομονή τελικά τα καταφέραμε, με την κατάσταση στην καμπίνα να παραμένει σε εξαιρετικά αξιοπρεπή επίπεδα ακόμη και για τους πίσω. Κάπως έτσι ξεκίνησε το ταξίδι προς Αθήνα, η οποία πλέον, μετά τα έργα στα Τέμπη, είναι μια ανάσα μακριά.


Τα τούνελ διαδέχονταν το ένα το άλλο κι εγώ σκεφτόμουν τις δεκάδες φορές που έχω περάσει από το χαρακτηριστικό εκείνο σημείο της κοιλάδας των Τεμπών, την είσοδο με τους δεκάδες πάγκους που πουλάνε μπιχλιμπίδια για όλα τα γούστα. Θυμάμαι τον πατέρα μου αγχωμένο για το πού θα αφήσει το αμάξι κι εμένα ενθουσιασμένο να κατεβαίνω τη μεγάλη σκάλα. Θυμάμαι μια γέφυρα η οποία κουνιόταν ελαφρώς άμα χοροπηδούσες με όλη σου τη δύναμη. Η μαμά μου με απέτρεπε από το να το κάνω για να μην συγχύζω τις εκατοντάδες γιαγιάδες των Τεμπών. Ο παππούς μου, κάθε φορά που σταματούσαμε στα Τέμπη, τραγουδούσε τουλάχιστον 5 φορές το «της Λαρίσης το ποτάμι που το λένε Πηνειό». Μετά φτάναμε στην εκκλησία, έπινα λίγο από το παγωμένο νερό του ποταμού, βαριόμουν κι έλεγα πως ήθελα να φύγουμε.

Τα διαδοχικά αυτά τούνελ σου γλυτώνουν πολλή ώρα ταξιδιού. Συνειδητοποίησα, ωστόσο, πως παρακάμπτουν την παιδική μου ηλικία. Πλέον οι τουρίστες περνάνε παραδίπλα της, μέσα από ένα τούνελ, με μεγάλη ταχύτητα.

Μετά από 2 στάσεις για αλλαγή οδηγού και ξεπιάσματος φτάσαμε στην Αθήνα κι επιδοθήκαμε στο αγαπημένο σπορ των Θεσσαλονικιών: τη σύγκρισή μας με την Αθήνα. Είναι τεράστια, χαώδης. Είναι ένα πολύ μεγάλο τρελοκομείο, οι πτέρυγες του οποίου απέχουν πάρα πολύ η μία από την άλλη. Η Αθήνα ωστόσο με έχει κερδίσει. Τη σκέφτομαι σαν να έχει ξεπεταχτεί από μυθιστόρημα του Σεφέρη ή του Τερζάκη -κι όμως στη σύγκρισή της με την πραγματικότητα δε με απογοητεύει.


Αφήσαμε τον έναν -Αθηναίο- φίλο μας στην Αθήνα κι αποφασίσαμε να κάνουμε μια βόλτα στο κέντρο μέχρι να πάρουμε το καράβι. Οι Αθηναίοι μιλούν διαφορετικά απ’ ό,τι εμείς. Μιλούν πιο τραγουδιστά και μελωδικά. Το «κ» τους ακούγεται συχνά σαν «γ» και είναι πολύ αστείοι όταν προσπαθούν να πουν βαρύ το «λ». Αρκετοί μας θεωρούν χωριάτες, όμως δε τους κρατώ κακία. Η ομορφιά της Θεσσαλονίκης δεν κρύβεται στο μέγεθός της.

Σαν καλοί τουρίστες πήγαμε στην Πλάκα και το Μοναστηράκι. Κυκλοφορούσα με την κάμερα αγκαλιά και φωτογράφιζα κάθε γωνιά της Πλάκας. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που ζουν σε σπιτάκια σκαρφαλωμένα στην Πλάκα. Το τουριστικό πέρασμα περνά μέσα από την αυλή τους. Σ’ ένα από αυτά τα σπιτάκια συζήτησα με έναν παππούλη ο οποίος έμοιαζε σαν να βγήκε πραγματικά από μυθιστόρημα του Τερζάκη. Μιλούσε μ’ αυτή την γλυκιά προφορά των Αθηναίων. Ηχούσε περίεργα στ’ αυτιά μου. Έχω συνηθίσει ν’ ακούω άλλη φωνή να βγαίνει από στόματα γερόντων, λιγάκι πιο τσαλακωμένη. Μου είπε πως το να μένεις εκεί είναι ευχή και κατάρα: δεν κοιμάσαι ποτέ.

Κι εγώ αναρωτιέμαι, γιατί να κοιμηθείς;


Μετά από μια μικρή βόλτα κατευθυνθήκαμε στο χαώδες λιμάνι του Πειραιά. Εκατοντάδες αυτοκίνητα αναζητούν μανιωδώς το καράβι που θα τα πάει στον προορισμό τους, συνήθως χωρίς ιδιαίτερο σεβασμό στον ΚΟΚ και στους τριγύρω. Επικρατεί ένα χάος. Το να προσανατολιστείς, όμως, δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Η σήμανση είναι επαρκής. Η Αθήνα μου δημιούργησε το ίδιο συναίσθημα μικρότητας που ένιωσα και στην Πετρούπολη, ένα συναίσθημα που σ’ το προκαλούν μονάχα οι μεγαλουπόλεις. Δεν έχω κανέναν ενδοιασμό να κατατάξω την Αθήνα ανάμεσά τους.

Πήγαμε από τους πρώτους. Δεν περιμέναμε σχεδόν καθόλου στην ουρά και μπήκαμε -μαζί με το αμάξι- κατευθείαν στο καράβι. Οι ένστολοι μου έδιναν οδηγίες να συνεχίσω να προχωρώ. Όλο και κατέβαινα. Τελικά, συνειδητοποίησα πως ήμουν το 5ο αμάξι που μπήκε στο καράβι. Το κακό ήταν πως ο πρώτος φεύγει τελευταίος -σαν να επιβραβεύει η θάλασσα τον αργοπορημένο και να τιμωρεί τον νοικοκύρη ένα πράγμα. Ένας παρκαδόρος μου είπε πως για την δική μου ασφάλεια το γκαράζ θα κλείσει στις 10 που θα φύγει το καράβι, οπότε καλύτερα να πάρω όποια αντικείμενα θέλω μαζί μου από τώρα.


Φορτωμένος λοιπόν σαν το γαϊδούρι βγήκα από το λιμάνι προς αναζήτηση τροφής -δεδομένου ότι μέσα στο πλοίο χρυσοπληρώνεις ακόμη και την χαρτοπετσέτα. Βρήκα ακριβώς αυτό που έψαχνα: το βρώμικο του λιμανιού. Ο Προκόπης ο ομορφάντρας – ο οποίος βγήκε και Θεσσαλονικιός- με βόλεψε όπως έπρεπε. Με το στομάχι μου λοιπόν γεμάτο και με το κεφάλι μου γεμάτο ανασφάλεια για την εντερική μου λειτουργία επέστρεψα στο καράβι, όπου με περίμενε ο αυστηρός έλεγχος των ένστολων της εισόδου. Αμάν ρε παιδιά, στο Ηράκλειο πάω, όχι στις Κανάριες νήσους.


Μην έχοντας την παραμικρή ιδέα πού βρίσκονταν οι θέσεις μας ή αν έχουμε θέσεις, αρχίσαμε να ανεβαίνουμε τα καταστρώματα, έως ότου φτάσαμε στο ένατο και τελευταίο. Βρήκαμε μερικές καρέκλες και καθίσαμε σε ένα πολύ ωραίο μέρος με θέα το πέλαγος. Γρήγορα συνειδητοποιήσαμε πως δίπλα μας βρισκόταν η καμπίνα με τα κλουβιά των ζώων. Ένα να γάβγιζε, άρχιζαν να ωρύονται όλα μαζί. Κάθε δέκα λεπτά, όλο και κάποιος ανόητος έμπαινε μέσα στην καμπίνα «να δει τα ζωάκια» κι αυτά ξελαρυγγιάζονταν. Ηρεμούσαν, ερχόταν κάποιος άλλος άμυαλος και φτου κι απ’ την αρχή. Αρκετά γρήγορα ο αέρας στο κατάστρωμα κι η κούρασή μου με οδήγησαν να αναζητήσω κάποιο μέρος να χαζοκοιμηθώ μέχρι τις 6μιση το πρωί που το καράβι θα έδενε στο Ηράκλειο. Βρήκα λοιπόν κάποιες θέσεις «αεροπλάνου» στις οποίες μπορούσες να ξαπλώσεις. Εννοείται πως όλοι είχαν πιάσει 2 ή 3 και είχαν οριζοντιωθεί. Βρήκα ένα μέρος χωρίς τουρίστα και ξάπλωσα κι εγώ πάνω στο κόκκινο sleeping-bag μου.

Ξύπνησα καταϊδρωμένος με μια γεύση σαπίλας στο στόμα μου. Μου πήρε λίγη ώρα να συνειδητοποιήσω πού βρίσκομαι. Είχα κοιμηθεί λίγη ώρα σε εξαιρετικά άβολη στάση. Το κινητό μου έκλεινε κι οι φίλοι μου αγνοούνταν. Γρήγορα λοιπόν βρέθηκα να είμαι ξαπλωμένος δίπλα από μια πρίζα διαβάζοντας ένα αστυνομικό του Philip Kerr για έναν ιδιωτικό ερευνητή στο Βερολίνο του Χίτλερ. Πάνω στην προσπάθεια του ερευνητή να ξεφύγει από τη Γκεστάπο και να ανακτήσει τα κλεμμένα έγγραφα, βρέθηκε ο ένας από τους δύο φίλους μου να μου λέει πως βρήκε ένα εξαιρετικό κατάλυμα για να περάσουμε το υπόλοιπο της διαδρομής.


Το VIP Lounge ήταν μια αίθουσα η οποία είχε καρέκλες εμφανώς πιο βολικές από τις υπόλοιπες, οι οποίες είχαν μάλιστα ενσωματωμένα υποπόδια για ύπνους γεμάτους όνειρα. Μπροστά μου, μια μικρή οθονίτσα σου προσέφερε επιλογές αρκετών καναλιών. Κοιμήθηκα βλέποντας τις ιστορίες του Αστυνόμου Μπέκα και σκεπτόμενος έναν ένστολο να με πετά στη θάλασσα διότι βρώμισα με μυρωδιά καταστρώματος το VIP Lounge.


Όταν ξύπνησα είχε μόλις αρχίσει να ξημερώνει. Τα παράθυρα της μεγάλης καμπίνας σου έδιναν μια μικρή γεύση για την ανατολή που θα ακολουθούσε. Πήρα την κάμερά μου και βγήκα τρέχοντας στο κατάστρωμα. Υπήρχε ένα μεγάλο ελικοδρόμιο, όμως τίποτε ανθρώπινο δεν μπορούσε να με αποσπάσει από τα πιο υπέροχα χρώματα που μπορεί να πάρει ο ουρανός. Το μέλι του όνειρου στάλαζε ακόμη στο σπλάχνο μου.


Ένιωθα μόνος μου στο πλοίο. Οι κραυγές των γλάρων και των τουριστών είχαν σταματήσει. Για μια μικρή στιγμή, υπήρχα μόνο εγώ και τα χρώματα.


Σκέφτηκα πως κάθε μέρα αρχίζει έτσι. Κάθε μέρα ζωγραφίζεται έτσι ο ορίζοντας, απλώς δεν τον βλέπουμε. Τυχεροί αυτοί που βλέπουν τον ουρανό αυτόν κάθε πρωί. Κι εκεί, χαμένος μέσα στα χρώματα, άκουσα τη φωνή μιας κοπέλας να φωνάζει από τα μεγάφωνα πως οι οδηγοί παρακαλούνται να προσέλθουν στο γκαράζ. Σε λίγο δέναμε Ηράκλειο.

(συνεχίζεται εδώ)

Advertisements
Tagged with: