ΤΟ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ II – ΑΓΙΟΦΑΡΑΓΓΟ

(το προηγούμενο εδώ)

Το Αγιοφάραγγο στην Κρήτη είναι κρυμμένο σε ένα από τα νοτιότερά της άκρα. Μετά από ένα 20λεπτο κακού χωματόδρομου αφήνεις το αμάξι στην αρχή του φαραγγιού και προχωράς με τα πόδια μέχρι τη θάλασσα. Η διαδρομή είναι σύντομη και καθόλου κουραστική. Περνάς μια εκκλησιά κι ένα πηγάδι και αντικρύζεις στο βάθος τη θάλασσα.

Το Αγιοφάραγγο φάνταζε μαγευτικό στις διηγήσεις. Ωστόσο, καμία διήγηση δεν σε προετοιμάζει για την άγρια ομορφιά του -λες κι είναι βγαλμένο από βιβλίο. Φορτωθήκαμε λοιπόν 4 άτομα στο τζιπ ενός φίλου και ξεκινήσαμε την κατάβαση.

Ο δρόμος που πήραμε ήταν κακός. Μας πήγε μέσα από ορεινά χωριά, ήταν στενός και δαιδαλώδης. Το τζιπ ήταν πολύ φορτωμένο με χίλια δυο πράγματα για κάμπινγκ κι εγώ καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής συλλογιζόμουν πως ευτυχώς δεν πήραμε το MiTo για μια τέτοια διαδρομή. Όταν τελικά φτάσαμε στο τέλος του δρόμου, βγήκαμε από το αμάξι για να ξεπιαστούμε και να ξεκινήσουμε το κουβάλημα. Πήγα να πάρω τα πράγματά μου, όμως το πορτοφόλι μου ήταν άφαντο.


Ξεκοιλιάσαμε όλο το τζιπ. Βγάλαμε όλα τα πράγματα, τα τινάξαμε, τα ξεσκονίσαμε, τα ελέγξαμε από μέσα κι από έξω: τίποτε. Ρίξαμε τις θέσεις, ψάξαμε σε ντουλαπάκια στα οποία αποκλείεται να είχα τοποθετήσει το πορτοφόλι μου. Σηκώσαμε χαλάκια, αποθηκευτικούς χώρους. Το ψάξιμο από κάποιο σημείο και μετά είχε ξεκάθαρο παρηγορητικό ρόλο. Δεν ήταν παρά η άρνησή μου να συνειδητοποιήσω πως έχω χάσει το πορτοφόλι μου.

Στο σημείο που βρισκόμασταν δεν είχε σήμα ούτε για δείγμα κι απ’ αυτά που μας έλεγαν κάποιοι άνθρωποι στην καντίνα, ούτε παρακάτω είχε πολύ. Μια κυρία με πάροχο Vodafone με έστειλε σε μια βουνοπλαγιά και μου είπε πως όσο πιο πάνω πάω, τόσο περισσότερο σήμα έχει. Ξεκίνησα λοιπόν σαν το κρι-κρι να σκαρφαλώνω την πλαγιά. Κατάφερα να συνεννοηθώ με τα χίλια ζόρια, όμως έπρεπε να πάρω τηλέφωνο την τράπεζα για να ακυρώσω τις κάρτες. Δεν ήξερα το τηλέφωνο της τράπεζας και βρισκόμουν τουλάχιστον 20 λεπτά μακριά από τον πολιτισμό.

Αφήσαμε τους δυο φίλους μου με 2 καρέκλες παραλίας και μια δωδεκάδα μπύρες σ’ ένα ψυγειάκι και εξαφανιστήκαμε σ’ ένα σύννεφο σκόνης. Κοιτούσα το κινητό μου μήπως πιάσει σήμα, όμως αυτό δεν ήρθε παρά μόνο όταν βγήκαμε στον κεντρικό δρόμο. Εκεί με τα χίλια ζόρια συνεννοήθηκα με την τράπεζα κι έκανα την ακύρωση των καρτών. Ηρέμησα προς στιγμήν, αλλά μετά συνειδητοποίησα πως βρίσκομαι στην τρίτη μέρα των διακοπών μου και μόλις έχασα όλα μου τα λεφτά, την ταυτότητα, το δίπλωμα, το πάσο και δεκάδες άλλα μικροπράγματα ήσσονος σημασίας.


Ένας μπελάς σαν κι αυτόν είναι για έναν φυσιολογικό άνθρωπο μια πολύ κουραστική διαδικασία. Για εμένα, τον φύσει αγχώδη, είναι ένα μαύρο σύννεφο πάνω απ’ το κεφάλι μου, το οποίο κοιτώ και μου υπενθυμίζει πόσο ηλίθιος είμαι που άφησα το πορτοφόλι μου στην οροφή του αμαξιού κι είπα στον φίλο μου να ξεκινήσει. Πράγματι, η οροφή είχε ένα τετράγωνο μαύρο κενό στη σκόνη, κι από δίπλα κάποιες άναρχες γραμμές που υποδήλωναν κάποια κίνηση, κάποιο σύρσιμο του πορτοφολιού στο έδαφος, κάποια μετάπτωση της ψυχολογικής μου κατάστασης.

Ξεκίνησα να αναλογίζομαι ποια διαδικασία πρέπει να ακολουθήσω για να μπορέσω πρωτίστως να ταξιδέψω. Με συμβούλεψαν να περιμένω δυο μέρες προτού κάνω τη δήλωση, μήπως βρεθεί πουθενά το πορτοφόλι μου στο μεταξύ. Εγώ γελούσα από μέσα μου -από έξω μου ήταν πιο δύσκολο- επειδή το να βρεις ένα πορτοφόλι σε μια πόλη τόσο μεγάλη όσο το Ηράκλειο είναι μια τέλεια πραγματοποίηση της παροιμίας που μιλά για ψύλλους στ’ άχυρα.

Μπήκαμε στο αμάξι και επιστρέψαμε πίσω στο φαράγγι για να δούμε τι θα κάνουμε. Οι δυο φίλοι που αφήσαμε πίσω καθόντουσαν ακριβώς στην ίδια θέση που τους αφήσαμε, έχοντας πιεί 5 μπύρες ο καθένας. Με παρότρυναν όλοι να ηρεμήσω κι αποφασίσαμε να πάμε στο Αγιοφάραγγο, όχι για να μείνουμε, αλλά τουλάχιστον για να το δούμε εκεί που είχαμε φτάσει. Στον δρόμο οι φίλοι μου έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να με κάνουν να αισθανθώ καλύτερα: με κορόιδευαν. Ο ένας μου ζήτησε δανεικά, ο άλλος μου υποσχέθηκε πως θα μου δανείσει με ευνοϊκό τόκο κι ο τρίτος μου ζητούσε να βάλει ένα 20ευρω στο πορτοφόλι μου για να μη βραχεί. Έτσι είναι οι φίλοι. Με το ένα χέρι σε σηκώνουν και με το άλλο σε μουτζώνουν.


Ένιωθα να έχω ένα μαύρο σύννεφο από πάνω μου. Όχι σαν δείγμα κακοτυχίας. Δεν έφταιγε κανένας άλλος εκτός από το ξερό μου το κεφάλι. Ήταν ένας βραχνάς. Σαν να κουβαλούσα έναν βράχο στο σακίδιό μου. Κάθε βήμα κι υπενθύμιση.

Η διαδρομή ήταν κάτι παραπάνω από υπέροχη. Ένα καταπράσινο σκηνικό που οδηγούσε σε μια θάλασσα. Με την καθυστέρηση λόγω πορτοφολιού, πλησίαζε η δύση του ηλίου. Υπήρχε μονάχα εκείνο το ζεστό, γλυκό φως. Το τελευταίο της μέρας. Ήταν σαν να λείαινε τους βράχους και να ζωντάνευε τα δέντρα. Όλα είχαν γίνει μια στάλα πιο φιλόξενα στο τέλος εκείνης της μέρας. Ο τρόπος του φαραγγιού να με κάνει να ξεχαστώ.

Φτάσαμε σε ένα άνοιγμα όπου ήταν χτισμένη μια εκκλησία. Τυπικό δείγμα ελληνικής υπαίθρου. Θα υπάρχει πάντοτε στο βάθος ένα εκκλησάκι. Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο απομακρύνεται στο μυαλό μου η εικόνα της εκκλησίας από βαρετές λειτουργίες και μυρωδιά θυμιάματος. Πλέον, κάθε εκκλησάκι σε πράσινο φόντο μου θυμίζει τον παππού μου. Θα στεκόταν μπροστά στην εκκλησιά και θα έκανε το σταυρό του. Κάτι να του θυμίζει πως και σ’ αυτή τη γωνιά του νότου είναι ένας τόπος που μπορεί να ονομάσει σπίτι.


Περάσαμε την εκκλησία και το πηγάδι που είχε μπροστά. Ο ήλιος είχε σχεδόν δύσει. Η θάλασσα ήταν γαληνεμένη. Τριγύρω μας, πολλοί κατασκηνωτές καθόντουσαν στην παραλία. Δυο βράχοι έδιναν στον κόλπο το σχήμα του Π. «Κοίτα ευθεία μπροστά», μου είπε ένας φίλος μου. «Δε σε χωρίζει τίποτε από την Αφρική».

Και πράγματι, ευθεία μπροστά βρίσκονται τα σύνορα της Λιβύης με την Αίγυπτο.


Σύντομα πήραμε το δρόμο του γυρισμού. Είχε βραδιάσει και προχωρούσαμε με τους φακούς. Χάσαμε δυο φορές το δρόμο και τον βρήκαμε χάρη στα λιγοστά φωτάκια της καντίνας. Στον δρόμο του γυρισμού ο Κρητικός φίλος μου που μας έφερε εκεί μου εκμυστηρεύτηκε πως είναι η δεύτερη φορά που σχεδιάζει να κατασκηνώσει στο Αγιοφάραγγο και του χαλάνε τα σχέδια. Σαν να το βαραίνει μια κατάρα αυτό το φαράγγι. Ή μια γκαντεμιά.
Στον γυρισμό, για να ικανοποιήσουμε κάθε αμφιβολία, πήγαμε στον τόπο στον οποίο υπέθετα πως έχασα το πορτοφόλι και τον χτενίσαμε με τους φακούς μας. Προσπαθούσαμε να προλάβουμε το σκουπιδιάρικο το οποίο βλέπαμε να πλησιάζει με ρυθμούς χελώνας. Άνθρακες ο θησαυρός. Σε μια από τις πιο κακόφημες γειτονιές του Ηρακλείου, το πορτοφόλι μου δε θα με περίμενε στο πεζοδρόμιο, εκεί ακριβώς που το άφησα.

Το βράδυ έκανα ταραγμένο ύπνο. Σκεφτόμουν τη διαδικασία στην οποία υπέβαλα τον εαυτό μου στις διακοπές μου και δεν ήμουν καθόλου ευχαριστημένος. Ήθελα απλώς να χτυπήσω τα δάχτυλά μου και να εμφανιστεί ως διά μαγείας το πορτοφόλι μου. Κάπως έτσι, με τέτοιες μεταφυσικές προσδοκίες με πήρε ο ύπνος.

Το πρωί η διάθεσή μου ήταν κάπως καλύτερη. Ο βραχνάς υπήρχε ωστόσο ακόμη. Ήθελα να πάω στην Αστυνομία μια ώρα αρχύτερα για να το βγάλω από το κεφάλι μου. Ξύπνησαν οι φίλοι μου και κάναμε να μπούμε στο αμάξι για να πάμε στο κέντρο. Χτυπά το κινητό μου. Είναι ένα σταθερό τηλέφωνο από το Ηράκλειο:

-Κύριε Σερβετά; Από το Δικαστικό Μέγαρο σας τηλεφωνώ. Βρήκαμε το πορτοφόλι σας.

Σε τέτοιες περιπτώσεις τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Από τη χαρά μου δε χαμογελούσα καν. Είναι η χαρά που συνοδεύει την κανονικότητα και την ισορροπία.


Στο Δικαστικό Μέγαρο, η κυρία Κατερίνα από το φωτοτυπικό βρήκε το πορτοφόλι μου. Της το έφεραν χωρίς λεφτά μέσα -χαλάλι τα 80 ευρώ-, όμως με όλα τα έγγραφα. Το πήγε στην κυρία Ελευθερία, γραμματέα σ’ ένα τμήμα παραδίπλα. Πήγα να την ευχαριστήσω και αναγνώρισα τη φωνή που μου έφτιαξε τη μέρα στο τηλέφωνο. Να είναι καλά και οι δύο.

Βγήκα από το Δικαστικό Μέγαρο λάμποντας από πάνω μέχρι κάτω. Είχε συμβεί κάτι οριακά απίστευτο. Ψαχούλεψα το πορτοφόλι μου για να δω μήπως λείπει κάτι άλλο. Συνειδητοποίησα κάτι κι άρχισα να γελώ σαν χαζός. Ο κλέφτης πήρε από το πορτοφόλι μου 80 ευρώ κι ένα προφυλακτικό.

Καλοφόρετο, του εύχομαι.

(συνεχίζεται εδώ)

Advertisements