ΤΟ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ III – ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ

(το προηγούμενο εδώ)

Ηράκλειο, 12 και κάτι το μεσημέρι. Λιοπύρι.

Η τελευταία κατοικία του Καζαντζάκη είναι τοποθετημένη στο υψηλότερο σημείο των Τειχών του Ηρακλείου. Έχω επισκεφτεί στο παρελθόν τον τάφο άλλη μία φορά. Ήμουν τότε πολύ μικρός όμως, δεν ήξερα ποιος είναι ο Καζαντζάκης. Δεν είχα προετοιμαστεί, δεν είχα φορέσει στην ψυχή μου τα καλά της.

Η ανηφόρα για τον τάφο μου φέρνει στο νου τις συμβολικές «ανηφόρες» του έργου του. Ποτέ δεν έχω διαβάσει κείμενα πιο ποτισμένα με το αίσθημα της ευθύνης. Ήταν σαν να κουβαλούσε ανέκαθεν έναν σταυρό, σαν αυτόν που ζήτησε να τοποθετηθεί πάνω απ’ τον τάφο του.

Ν’ αγαπάς την ευθύνη να λες εγώ, εγώ μονάχος μου θα σώσω τον κόσμο. Αν χαθεί, εγώ θα φταίω.

Είναι όμορφα εδώ ψηλά. Γαλήνια. Όλα δείχνουν να υπηρετούν κάποιο σκοπό, δεν υπάρχουν περιττά αντικείμενα. Ακόμη και η τελευταία κατοικία ενός ανθρώπου έχει να πει πολλά γι’ αυτόν. Ο τάφος του Καζαντζάκη, ενός από τους σπουδαιότερους Έλληνες λογοτέχνες, δεν είναι ένα εντυπωσιακό μνημείο με χρυσή προτομή. Είναι ένας πέτρινος τάφος μ’ έναν ξύλινο σταυρό. Ο Καζαντζάκης χώρεσε όλα αυτά που ήθελε να πει σε μια μικρή επιγραφή. Δεν χρειάζεται να είναι επιχρυσωμένη· ο μεγαλύτερος πλούτος κρύβεται μέσα στις ιδέες μας.


Κυνηγήθηκε έντονα από την εκκλησία για τα πιστεύω του. Αντίθετα με την κοινή αντίληψη, ο Καζαντζάκης δεν αφορίστηκε. Το ζήτημα του αφορισμού του έφτασε στην Ιερά Σύνοδο. Αποφασίστηκε πως ήταν παράτολμο να κατηγορηθεί ο συγγραφέας σαν άπιστος, διότι ήταν ήδη εξαιρετικά δημοφιλής. Η εκκλησία περιορίστηκε στο να συμβουλεύει τον λαό να μη διαβάζει τα βιβλία του Καζαντζάκη και το θέμα παραπέμφθηκε στο Πατριαρχείο. Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας δεν ενέκρινε τον αφορισμό και το ζήτημα έκλεισε.

Η εκκλησία είχε κυρίως πρόβλημα με τα έργα του «Ο Τελευταίος Πειρασμός», «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» και «Ο Καπετάν Μιχάλης». Ειδικά ο «Τελευταίος Πειρασμός» βρίσκεται στη λίστα απαγορευμένων βιβλίων του Βατικανού. Πρόκειται για ανακατασκευή της ζωής του Ιησού. Οι Ιεροί Πατέρες έκριναν πως ο κόσμος θα δυσκολευτεί να συλλάβει το συμβολικό περιεχόμενο του βιβλίου.

Ο Καζαντζάκης ήταν κάθε άλλο παρά άπιστος. Ωστόσο, η «βούλα» του ιερόσυλου τον συνόδευε και μετά τον θάνατό του, ο οποίος τον βρήκε στις 26 Οκτωβρίου 1957 στη Γερμανία από Λευχαιμία. Απαγορεύτηκε να τεθεί η σορός του συγγραφέα σε λαϊκό προσκύνημα, ενώ έγιναν και προσπάθειες να εμποδιστεί η νεκρώσιμη ακολουθία. Την κρίσιμη στιγμή δεν υπήρχε καν ιερέας να τελέσει τη λειτουργία, ωστόσο το αγριεμένο πλήθος δεν άφηνε περιθώρια.

Μεγάλος θόρυβος έγινε σ’ αυτό το γαλήνιο μέρος. Μου δείχνει αυτό πως ύστερα απ’ όλες τις φουρτούνες και τις θύελλες βγαίνει πάντα ο ήλιος. Έχει τον τρόπο του το φως να γλιστρά μέσα απ’ το πιο βαθύ σκοτάδι.

Γεννήθηκα σ’ ένα σπίτι γεμάτο βιβλία. Ένα από αυτά ήταν και ο «Τελευταίος Πειρασμός». Ήταν του παππού μου, ο οποίος ήταν άνθρωπος βαθιά θρησκευόμενος. Τον θυμάμαι να με παροτρύνει να κάνω τον σταυρό μου, να πάω μαζί του στην εκκλησία. Τον θυμάμαι να μου διηγείται με πάθος ιστορίες για διάφορες Ιερές Μονές στην Πελοπόννησο, στον τόπο του. Έχουμε γυρίσει μαζί τα περισσότερα ξωκκλήσια της Πελοποννήσου και της Ελλάδος γενικότερα.

Αυτός ο άνθρωπος, ο γιος ενός παπά, ο βαθιά θρησκευόμενος, μπόρεσε να συλλάβει το βαθύτερο συμβολικό περιεχόμενο του έργου του Καζαντζάκη. Κι είμαι σίγουρος πως αυτό δεν κλόνισε την πίστη του. Τη σμίλεψε, τη θωράκισε. Της έδωσε μια οπτική διαφορετική. Το όλο σκηνικό μου θυμίζει τη βιβλιοθήκη στο «Όνομα του Ρόδου» του Έκο. Όλη η γνώση του κόσμου είναι άχρηστη αν είναι κλεισμένη σε μια βιβλιοθήκη κλειστή στο κοινό. Η γνώση είναι γόνιμη μονάχα αν κυκλοφορεί ελεύθερα.


Ο Καζαντζάκης μου αποπνέει έντονα απλότητα. Αγάπησα τα βιβλία του διότι το καλύτερό τους μέρος είναι το εσωτερικό. Δεν χρειάζεται περίτεχνα εξώφυλλα. Ο Καζαντζάκης γέμισε τις σελίδες του με ειλικρινείς σκέψεις, βγαλμένες από τα βάθη της ψυχής του. Ξεσπλαγχνίστηκε μεγάλα του προβλήματα, και μου έδειξε πως το πρώτο βήμα για τη λύση ενός προβλήματος ή την πραγματοποίηση ενός ονείρου δεν είναι άλλο από την αναγνώρισή του, την παραδοχή του. Πάλεψε πολύ να μετατρέψει την πύρινη φλόγα που του έκαιγε τα σωθικά σε λέξεις και πλήρωσε γι’ αυτό.

Όλοι είμαστε γεμάτοι δαίμονες. Μια καλή αρχή για να τους ξεφορτωθούμε είναι να τους δώσουμε μορφή, έστω νοητή. Πόσο μάλλον να τους δούμε τυπωμένους σε χαρτί.

Δώσε μορφή και νόημα στην άμορφη, άμυαλη απεραντοσύνη.

Δεν ήθελα να γίνει αυτό το κείμενο μια δακρύβρεχτη επιστολή στον Καζαντζάκη. Του έδωσα την μεγαλύτερη τιμή που μπορούσα: τον έβαλα στο σπίτι μου. Κι αν αύριο-μεθαύριο κάνω δική μου οικογένεια, τα βιβλία του θα δεσπόζουν αρχοντικά στη βιβλιοθήκη μου. Όταν είναι έτοιμα τα παιδιά μου, θα διαβάσουν. Ο Καζαντζάκης εκεί θα είναι, θα περιμένει. Κι εκεί, κι εδώ, πάνω σ’ αυτόν τον λόφο. Έχτισε εδώ ψηλά ένα σπίτι κι αγναντεύει από τη βίγλα του τον κόσμο.

Ξέρω τώρα δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Η σάρκα κι ο νους, δύο ανύπαρκτα ερωτικά φαντάσματα που κυνηγιούνται αδιάκοπα. Αφανίζουνται, σμίγουν, γεννούν και λέω «αυτό θέλω!»

(συνεχίζεται εδώ)

Advertisements