ΤΟ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ IV – ΡΕΖΕΡΒΑ ΕΧΟΥΜΕ;

(το προηγούμενο εδώ)

Κάπου στο Νότιο Ρέθυμνο κρύβεται μια ακόμη μαγευτική τοποθεσία στον ευλογημένο αυτό τόπο που φέρει τ’ όνομα Κρήτη. Μιλώ για τη λίμνη Πρέβελη, ένα από τα ομορφότερα τοπία σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Η διαδρομή για να φτάσεις εκεί δεν είναι μικρή. Περνά μέσα από τους στριφογυριστούς δρόμους των χωριών της Κρήτης, ή, αν είσαι αρκετά περιπετειώδης -όπως ένας φίλος μου που έχει αυτό το κλασικό στρογγυλό καπέλο που φορούν οι φυσιοδίφες- μπορείς να περπατήσεις το φαράγγι και να καταλήξεις στη θάλασσα.

Ξεκινήσαμε λοιπόν εγώ και δυο φίλοι μου να επισκεφτούμε την Πρέβελη, με σκοπό μάλιστα να τη δούμε και να πάμε εν συνεχεία σε άλλη παραλία -στις Λίγκρες- για να στήσουμε σκηνές και να κοιμηθούμε. Εγώ, έχοντας προσφάτως ανακτήσει το πορτοφόλι μου (βλέπε εδώ τις περιπέτειές μου), ήμουν εξαιρετικά καλοδιάθετος. Σταματήσαμε μάλιστα να βγάλουμε και φωτογραφίες, σ’ ένα σημείο του δρόμου που περνούσε μέσα από τα βουνά.


Η ευθυμία μου αυτή, όπως άλλωστε συμβαίνει σχεδόν πάντοτε, συνοδευόταν από μία ελαφριά αφηρημάδα. Γι’ αυτόν μάλλον τον λόγο -και όχι λόγω γενικότερης ηλιθιότητας, ελπίζω- δεν είδα ένα πέτρινο πεζούλι σε μια δεξιά στροφή και το κουτούλησα με το μπροστινό δεξιά λάστιχο, με αποτέλεσμα αυτό να ξεφουσκώσει γρηγορότερα κι από μπαλόνι του οποίου το στόμιο αφήνεις, κι αυτό πετά στον αέρα βγάζοντας ενοχλητικούς θορύβους. Το λάστιχο ξεφούσκωσε βγάζοντας παρόμοιους θορύβους.

Κατέβηκα από το αμάξι για να επιθεωρήσω τη ζημιά. Το λάστιχο έχασκε ξεφούσκωτο σαν παρατημένο βρακί σε σπίτι ακατάστατου φοιτητή. Όλα αυτά, φυσικά, με υπόβαθρο τις κοροϊδίες των δυο φίλων μου. Πρώτα γελάσαμε 10 λεπτά κι ύστερα βγάλαμε τη ρεζέρβα από το πορτ-μπαγκάζ. Το αμάξι μου δε διαθέτει εξτρά λάστιχο: έχει μόνο εκείνη τη μίζερη ρεζέρβα που έχει όριο ταχύτητας τα 80 χλμ/ώρα. Το έχει η μοίρα μου μάλλον να τη χρειάζομαι στις καλοκαιρινές μου διακοπές (βλέπε εδώ για τους περσινούς μου μπελάδες στα βουλκανιζατέρ της Καλαμάτας).


Ξεκινήσαμε να αλλάζουμε το λάστιχο (το οποίο είχε καταστραφεί πλήρως) και να τοποθετούμε τη ρεζέρβα χωρίς κανένα απρόοπτο. Τα μπουλόνια ήθελαν πολλή δύναμη για να γυρίσουν, όμως εκείνη την ώρα δεν έχεις πολλές επιλογές –πρέπει να γυρίσουν. Τις προσπάθειές μας είδε από μακριά μια ευγενική οικογένεια Γερμανών, οι οποίοι μας προσέφεραν τη βοήθειά τους. Προσφέρθηκαν να μας κατεβάσουν στην παραλία, παρά το γεγονός ότι το αμάξι ήταν υπερπλήρες από το ζευγάρι και τα τρία τους παιδιά. Αφήσαμε το αμάξι στην άκρη του δρόμου και αποφασίσαμε να δούμε την παραλία, αφού είχαμε κάνει τόσο δρόμο. Τα δυο παιδιά έκατσαν μπροστά πάνω στη μητέρα τους στο θηριώδες Land Rover κι εμείς στριμωχτήκαμε πίσω με το τρίτο κατάξανθο παιδί. Βρισκόμασταν περίπου 2 χιλιόμετρα μακριά από την παραλία σε έναν κακοτράχαλο δρόμο.

Οι Γερμανοί ήξεραν καλά αγγλικά. Η μαμά ήξερε μάλιστα και λιγοστά ελληνικά -είχε Έλληνα μπαμπά, νομίζω πως τον είπε «Γιώργο» με την αστεία της προφορά. Τα παιδιά τους, αν και μικρά, δεν φάνηκαν να δυσανασχετούν ούτε λίγο από την ξαφνική παρουσία τριών παντελώς αγνώστων, λερωμένων και καταϊδρωμένων τύπων μέσα στο αυτοκίνητό τους. Ίσα-ίσα χαμογελούσαν και διασκέδαζαν με όσα προλάβαινε η μαμά τους να μεταφράσει. Οι άνθρωποι μας άφησαν στην παραλία, μας ευχήθηκαν καλή τύχη και πήγαν στο καλό. Ελπίζω να βρουν το καλό που μας έκαναν.


Κάναμε μια βουτιά εκεί μπροστά και γρήγορα συνειδητοποιήσαμε πως αυτή δεν ήταν η Πρέβελη. Ο πασίγνωστος κολπίσκος βρισκόταν 15 λεπτά με τα πόδια παραδίπλα. Επίσης, εκ των υστέρων ανακάλυψα πως υπάρχει ένας άλλος δρόμος για να πας στην Πρέβελη, ο οποίος δεν είναι χωματόδρομος και σε βγάζει σε ένα σημείο που βγάζεις εκπληκτικές φωτογραφίες. Η επιλογή μας ήταν λοιπόν με τεράστια διαφορά η χειρότερη δυνατή.

Χωρίς λοιπόν τις φοβερές φωτογραφίες, με σκασμένο λάστιχο και καταϊδρωμένος περπατούσα έναν παλιοανήφορο με δανεικές παντόφλες -διότι, ως ανόητος που σέβεται τον εαυτό του, πήγα 10 ημέρες στην Κρήτη ξεχνώντας τις παντόφλες μου. Εκείνη τη στιγμή, ο ένας φίλος μου έβαλε τα γέλια και είπε δυνατά: «Τι άλλο θα συμβεί;»

Μετά την Ύβρι ακολουθεί η Τίσις και η Νέμεσις. Η δεξιά μου παντόφλα σκίστηκε μερικά δευτερόλεπτα αφού ο φίλος μου ξεστόμισε αυτήν την εύλογη απορία. Γελάσαμε λίγη ώρα ακόμη κι έκανα μια πατέντα με μια πέτρα, η οποία Θεού θέλοντος θα κρατούσε μέχρι να επιστρέψουμε στο αμάξι.

Η λίμνη Πρέβελη ήταν πραγματικά εντυπωσιακή, κι ας την είδαμε μονάχα λίγες στιγμές πριν σβήσει ο ήλιος. Με τις επιπλοκές η ώρα είχε περάσει, και το μόνο που προλάβαμε στην παραλία ήταν ένας δασοφύλακας ο οποίος φοβέριζε τους επίδοξους κατασκηνωτές. Οι τελευταίοι απλώς περίμεναν να φύγει για να στήσουν τις σκηνές τους. Ήθελα να πάω να τον αγκαλιάσω και να του πω «μη στεναχωριέσαι, σου δίνω εγώ σημασία». ‘Άλλωστε, θέλοντας και μη, δεν μπορούσαμε να μείνουμε στην παραλία. Μας περίμενε ένα αμάξι σε μια απότομη στροφή.


Όταν πήραμε τον δρόμο της επιστροφής είχε νυχτώσει για τα καλά. Μια-δυο φορές σταματήσαμε, σβήσαμε τους φακούς από τα κινητά μας και κοιτάξαμε ψηλά. Μακριά από τα φώτα της πόλης, τ’ αστέρια λάμπουν καθαρότερα και σου δείχνουν το δρόμο. Ωστόσο, η παντόφλα μου ξανασκίστηκε και σκουντούφλησα σε μια πέτρα, οπότε αποφάσισα να αφήσω τους σαχλούς ρομαντισμούς και ν’ ανάψω τον φακό του κινητού μου μπας και φτάσουμε ποτέ στο ρημάδι το αμάξι. Στο Land Rover του Γερμανού φαινόταν πιο κοντά. Εκεί, ο ανήφορος δεν είχε τέλος.

Με τα πολλά φτάσαμε στο παρκαρισμένο MiTo πάνω στη στροφή μετά από ένα μισάωρο. Πεινούσαμε όλοι σαν λύκοι και ψάξαμε τι μπορούσαμε να φάμε. Στο αμάξι υπήρχε ένα βαζάκι με πάστα ελιάς, μερικές κονσέρβες με τόνο, μια συσκευασία με ψωμί του τοστ και κριτσίνια. Μέσα στο μαύρο σκοτάδι στη μέση του πουθενά, με ένα αυτοκίνητο με τρεις ρόδες και κάτι ψιλά, έφαγα το πιο νόστιμο γεύμα του φετινού καλοκαιριού -μη σας πω και παραπάνω.

Η εφευρετικότητα της Κρήτης να μου δίνει σφαλιάρες με εξέπληξε. Μου έδωσε χαρτί, μελάνι, και το καλύτερο σενάριο. Φάγαμε το ελαφρώς κατοχικό μας γεύμα, μπήκαμε στο αμάξι και κινήσαμε για Ηράκλειο με αναγκαστικό όριο τα 80 χλμ/ώρα. Στο αμάξι γελάσαμε πάρα πολύ. Είχαμε, άλλωστε, άπλετο χρόνο.


Αν έχω μια ευχή, αυτή είναι να μου έρχονται τέτοια προβλήματα. Χαμένα πορτοφόλια και σκασμένα λάστιχα. Μικροί ανήφοροι και έντονες εφιδρώσεις. Θα ξέρω, τουλάχιστον, πως στο τέλος με περιμένει μια κονσέρβα με τόνο και δυο φίλοι.

Αρκούν, και με το παραπάνω.

(συνεχίζεται…)

Advertisements