ΤΟ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ V – ΣΕΪΤΑΝ ΛΙΜΑΝΙΑ

(το προηγούμενο εδώ)

Στην πολυήμερη παραμονή μου στην Κρήτη αποφασίσαμε πως δεν ήταν δυνατόν να μείνουμε μονάχα στο Ηράκλειο. Θελήσαμε λοιπόν να επεκταθούμε στο αντίπαλο δέος, στην πόλη των Χανίων. Ένιωσα μια άτυπη κόντρα μεταξύ των δυο πόλεων. Μια μικρογραφία του Αθήνα – Θεσσαλονίκη σε κάποιο βαθμό. Τα κλασικά: πειράγματα, σφυρίγματα, χαράκωμα του αμαξιού με κλειδί εάν έχει πινακίδες Ηρακλείου ή Χανιών αντίστοιχα.

Ήταν βράδυ όταν αποφασίσαμε να πάμε στα Χανιά. Είχαμε μόλις επιστρέψει από μπάνιο και τρώγαμε σε ένα γυράδικο. Στην Κρήτη τα «γυράδικα» λέγονται «ψητοπωλεία». Ο γύρος δεν θεωρείται fast-food, γι’ αυτό και δεν τον παίρνεις στο χέρι. Δεν τον παραγγέλνεις καν όρθιος: πρέπει να καθίσεις σε τραπέζι και να έρθει ο σερβιτόρος να σου πάρει παραγγελία. Όλο αυτό, φυσικά, δημιουργεί μια ψευδαίσθηση αναφορικά με το γεύμα σου. Του δίνει μια νότα επισημότητας. Κι ενώ εσύ κάθεσαι πιστεύοντας πως θα φας πράγματι κάτι αξιόλογο -ω, δες εδώ, το παιδί φοράει ποδιά και κρατά στο χέρι του ένα ηλεκτρονικό μαραφέτι για να στείλει την παραγγελία, τι θα φάμε τέλος πάντων;- έρχεται ο σερβιτόρος κουβαλώντας 5 λιπαρούς γύρους, σε μέγεθος που πλησιάζει –ενδεχομένως ακόμη και ξεπερνά- αυτό της Θεσσαλονίκης.


Στην Κρήτη τον γύρο τον τρώνε με γιαούρτι (κάποιοι βάζουν και λίγη πάπρικα), μια προσθήκη που εμένα προσωπικά με ενθουσίασε. Μετά την 6η συνεχόμενη ημέρα ωστόσο που έτρωγα γύρο, διότι είμαστε ρεμάλια και η Μαγειρική για εμάς ήταν εμπορικό λιμάνι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, άρχισα να σιχαίνομαι τον γύρο, αισθανόμουν άσχημα με τον εαυτό μου, ρωτούσα τους φίλους μου εάν έχω παχύνει ή είναι απλώς η ιδέα μου. Οι τελευταίοι δεν απαντούσαν: ήταν πολύ απασχολημένοι με το να καταβροχθίζουν το σάντουιτς/τοστ/πιτόγυρο/γυρόπιτα ή όπως αλλιώς το λένε εκεί κάτω, που να τους πάρει η ευχή.

Αφού λοιπόν τελειώσαμε του λουκούλλειο γεύμα μας, αποφασίσαμε να ασχοληθούμε με το πού θα μείνουμε στα Χανιά. Είχαμε στο μυαλό μας να κάνουμε κάμπινγκ σε κάποιο σημείο κοντά στα Χανιά, στον Κίσσαμο ή στη νότια πλευρά. Το σενάριο αυτό ήταν ωστόσο κάπως προβληματικό. Γι’ αυτό μπήκαμε στο Internet και βρήκαμε ένα όμορφο σπιτάκι στη μέση της παλιάς πόλης των Χανίων για ένα βράδυ, σε πολύ καλή τιμή. Προς όλους αυτούς που γκρινιάζουν και λένε πως «τα πάντα είναι κλεισμένα» και «δεν έχει τίποτε» απαντώ πως η λύση είναι να διανύσετε 400 χιλιόμετρα σε μια μέρα και να μείνετε μονάχα ένα βράδυ. Είναι τόσο απλό.

Πριν πάμε να πάρουμε το κλειδί από το σπίτι μας -λες και μέναμε εκεί 4 χρόνια- κατευθυνθήκαμε στην πιο πολυφωτογραφημένη και uploadable παραλία της Κρήτης: τα Σεϊτάν Λιμάνια, ή παραλία του Στεφάνου. Ονομάζονται έτσι διότι στην περιοχή σχηματίζονται δυνατά ρεύματα που μπορούν να σε παρασύρουν στο πέλαγος. Ένα ταφικό μνημείο πριν τη μεγάλη κατηφόρα της παραλίας σου υπενθυμίζει έντονα την προέλευση της ονομασίας της.


Αφού κατεβήκαμε μια απότομη και επικίνδυνη κατηφόρα με το αυτοκίνητο, στη διάρκεια της οποίας εγώ είχα πάθει παράκρουση από το τοπίο και ήθελα να σταματάμε κάθε 2 μέτρα για φωτογραφία και, αντιστοίχως, οι φίλοι μου ήθελαν να με πνίξουν κάθε 2 μέτρα, φτάσαμε στην περιοχή όπου αφήνεις το αμάξι σου. Παρκάραμε, βάλαμε κι έναν βράχο πίσω απ’ το αμάξι για τον φόβο των Ιουδαίων και ξεκινήσαμε την κατάβαση. Στη μέση της διαδρομής συνειδητοποίησα πως έχω ξεχάσει κάτι πάνω στο αμάξι. Ως γνωστόν, όποιος δεν έχει μυαλό, έχει πόδια. Πήρα λοιπόν τον ανήφορο στο καταμεσήμερο, κι όταν έφτασα καταϊδρωμένος αντίκρυσα έναν τράγο να με κοιτά ασκαρδαμυκτί, ένα μέτρο από το αμάξι μου. Όντας πεπεισμένος πως ο τράγος δεν ήθελε να μου κλέψει τις βαλβίδες ή το πλαστικό από τους υαλοκαθαριστήρες -φαινόταν έντιμο μούτρο- πήρα το αντικείμενο που ήθελα και άφησα τον τράγο να μασουλά ατάραχος τα σκουπίδια του δίπλα στο αμάξι μου.


Η παραλία είναι κάτι παραπάνω από μαγευτική. Σε ανταμείβει με το παραπάνω μετά τη δύσκολη κατάβαση. Είναι καλύτερο να την κατέβετε με παπούτσια, η παντόφλα είναι ύπουλη και ξεγελά. Κάτω λοιπόν βρήκαμε 10 ελεύθερα τετραγωνικά εκατοστά, στοιβάξαμε τα πράγματά μας στους βράχους και καθίσαμε απολαμβάνοντας το απέραντο γαλάζιο. Ξαφνικά, εκεί που διάβαζα το βιβλίο μου, άκουσα έναν μυστήριο ήχο από καμπανάκι. Μου θύμισε τον ήχο που κάνει ένα περαστικό κοπάδι προβάτων. Σήκωσα το βλέμμα μου και τι να δω: ήταν ο τράγος που είχα αφήσει στο αμάξι μου. «Τι έγινε;» τον ρωτάω. «Ξέχασα να κλειδώσω;» «Μπεεεεεε». «Ααααααα». Εμείς μια χαρά συνεννοηθήκαμε. Ο φιλικός αυτός τράγος έκανε μια βόλτα ανάμεσα στους λουόμενους, έφαγε τα πατατάκια τους και μετά ανέβηκε στους βράχους σαν να ανεβαίνει σε κυλιόμενη σκάλα εμπορικού κέντρου.


Αφού κάναμε μπάνιο και ενοχλήσαμε επαρκώς τους τριγύρω, η παραλία γύρω μας έμοιαζε με ένα ποτήρι νερού με πιπέρι, μέσα στο οποίο ρίχνεις μια σταγόνα υγρού πιάτων. Οι γύρω λουόμενοι έφυγαν λες και μύριζαν τα πόδια μας -πράγμα το οποίο, δυστυχώς, δεν αποκλείεται καθόλου.

Καθίσαμε αρκετή ώρα μέχρι που έπεσε το φως. Η παραλία είχε πολύ λιγότερο κόσμο από πριν. Φάνταζε φιλόξενη, καθόλου ανθρωποδιώχτρα. Αν μπορούσα, θα ήμουν ακόμη εκεί, αλλά με περίμενε ένα σπίτι στα Χανιά.

(συνεχίζεται…)

Advertisements