15ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – LIVE SESSIONS

(12:52) Η Θεσσαλονίκη τον 15αύγουστο παρουσιάζει μια εικόνα εγκατάλειψης. Ζέστη, μιζέρια και κλειστά μαγαζιά. Μια βόλτα θα σε πείσει πως οι παππούδες κι οι ζητιάνοι κρατούν αυτήν την Πόλη.


(13:00) Ένα πολύ καλό στοιχείο είναι το παρκάρισμα. Θα βρεις θέση, είναι σχεδόν σίγουρο. Και πάλι, υπάρχουν πολλά παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Πολλά περισσότερα από τον κόσμο που κυκλοφορεί. Ίσως ο Δήμος πάρκαρε επίτηδες τα αυτοκίνητα εκεί για να φαίνεται η πόλη γεμάτη. Φανταστείτε να κόψουν κλήσεις οι δημοτικοί αστυνόμοι στα αυτοκίνητα που νοίκιασε κρυφά ο Δήμος.


(13:14) Η πλατεία Ναυαρίνου είναι άδεια. Τα τελευταία χρόνια είναι άδεια τις περισσότερες ημέρες, ωστόσο σήμερα νιώθεις πως υπάρχει μονάχα το άγαλμα, ο Νικολάκης. Νιώθω πως μπήκα στα παιδικά μου όνειρα, ολομόναχος.


(13:18) Η Δημητρίου Γούναρη είναι κι αυτή πιο άδεια από ποτέ. Δεν υπάρχει ούτε μια κοπέλα πρόθυμη να σε αρωματίσει. Ακούραστοι φρουροί αυτής της πόλης αποδεικνύονται οι ναρκομανείς. Κάθονται κάτω από τον πλάτανο και έξω από τα τοστάδικα, σύγχρονη Ακρόπολη απ’ όλους βιασμένη.

(13:40) Η Εφημερίδα έχει κόσμο που κάθεται έξω. Συγκεντρώνει πάντα ξεχασμένους και μη. Η μπουγάτσα Γιάννης είναι κλειστή λόγω διακοπών. Μεγάλο πλήγμα για όσους θέλουν να σουρώσουν. Τώρα δεν έχουν πού να φάνε μετά.


(13:50) Δρομάκι πρώτου φιλιού, πρώτου τσιγάρου. Καρτερεί υπομονετικά τους επόμενους να πλάσει αναμνήσεις. Τα γκράφιτι στους τοίχους λερωμένα, αλλιώτικα. Όπως κι εμείς.


(13:55) Η Αριστοτέλους δε θα μπορούσε να περιγράφει καλύτερα απ’ ό,τι με την εικόνα αυτού του παππού, καθισμένου σ’ ένα παγκάκι να κοιτά τα περιστέρια. Νομίζω αυτό κάνει σήμερα η Θεσσαλονίκη: κάθεται και περιμένει. Ίσως αυτό κάνει πάντοτε, αλλά εμείς πασχίζουμε να της επιβάλουμε τους δικούς μας ρυθμούς.


(13:56) Μερικοί τουρίστες με πλησιάζουν. Με ρωτούν να μάθουν ποια κατεύθυνση να πάρουν για να δουν ένα αξιοθέατο “ιστορικής σημασίας”. Το μυαλό μου εκρήγνυται. Τι να τους πρωτοπώ; Θα καταλάβουν αν τους πω πως η Θεσσαλονίκη είναι ολόκληρη ένα αξιοθέατο; Πως αυτή τη στιγμή πατάνε πάνω σε αρχαία που στο εξωτερικό θα χρυσοπλήρωναν για να δουν; Αρκούμαι να τους στείλω στα Λαδάδικα για φαγητό. Νιώθω πως μου δόθηκε μια εξουσία επάνω τους. Μπορώ να τους στείλω οπουδήποτε, να τους παρακολουθήσω διακριτικά να χάνονται, να απελπίζονται κι εγώ να γελώ χαιρέκακα χαϊδεύοντας μια γάτα με λευκό φουντωτό τρίχωμα.


(14:20) Τα βήματά μου με βγάζουν πάντοτε περιέργως στα Άνω Λαδάδικα, στην Ερνέστου Εμπράρ. Η τελευταία παραμένει πεισματικά άδεια όποτε κι αν περάσω από εκεί. Η Θεσσαλονίκη σήμερα είναι ένα παιχνίδι “Μουσικές Καρέκλες”, απλώς δεν υπάρχει κανείς να κάτσει στις καρέκλες. Δεν πειράζει όμως, οι καρέκλες δε μας έχουν ανάγκη. Κάθονται η μία πάνω στην άλλη.


(14:50) Ανεβαίνω στην Άνω Πόλη. Είναι, πραγματικά, μια πόλη-φάντασμα. Οι λιγοστοί διαβάτες με στραβοκοιτούν, σαν να χαλώ τη μοναξιά τους. Τα παγόνια της Μονής Βλατάδων ενθουσιάστηκαν που με είδαν: πρέπει να ήμουν ο πρώτος επισκέπτης εδώ και πολλή ώρα. Το Ίγγλις και το Σπίτι του Πασά έχουν βάλει λουκέτα για καλοκαίρι. Πουθενά να κάτσεις. Μια Συνομωσία της Εγκατάλειψης. Κάπου στην οδό Αθήνας, μια ξεχασμένη ταμπέλα σου θυμίζει γιατί τριγύρω σου δεν έχει ψυχή.


(15:15) Οδηγώντας προς το δυτικό μέρος της πόλης, περνώ τα άτυπα “σύνορα” που έχουμε θέσει στον σταθμό. Μετά ξεκινά μια άλλη Θεσσαλονίκη, πιο ωμή, πιο άγρια, που ανταποκρίνεται καλύτερα στο προφίλ της φτωχομάνας. Σ’ αυτά τα άτυπα σύνορα, ωστόσο, λείπει σήμερα ο συνοριοφύλακας. Είναι κι αυτός μάλλον σε κάποια παραλία, να μου υπενθυμίζει πόσο ανόητες είναι οι συμβάσεις μας.

(15:27) Η πλατεία Εύοσμου έχει κι αυτή ελάχιστο κόσμο. Τα φτιαγμένα μηχανάκια λείπουν μαζί με τους ιδιοκτήτες τους. Μερικές οικογένειες τρώνε στο “Περί Εύοσμου” και δυο-τρεις ξεχασμένοι τύποι βρίζουν ο ένας τον αλλον σε ένα παγκάκι παραδίπλα. Με κοιτούν περίεργα γιατί κρατώ κάμερα στο χέρι. Η αδιαφορία μου τους καθησυχάζει. Δεν είχαν προετοιμαστεί σήμερα για κοινωνικές υποχρεώσεις.


(15:34) Φεύγοντας περνώ απ’ τη Γιαννιτσών. Είναι ένας δρόμος-νόμισμα: έχει δυο όψεις. Τη μέρα είναι δρόμος, το βράδυ πεζοδρόμιο. Ακόμη και τώρα δε χάνει το “παράνομο” προφίλ του. Δε θα τον έλεγες και προνομιούχα συνοικία. Το φως, ωστόσο, ξεπλένει τις χθεσινοβραδινές αμαρτίες, μέχρι να δώσει τη σκυτάλη στο σκοτάδι. Κι έτσι πορευόμαστε, από το φως στο σκοτάδι, απ’ την άσφαλτο στο πεζοδρόμιο.


(15:56) Κάποιες οικογένειες είναι μαζεμένες και τρώνε σε ταβέρνες στην Κρήνη. Τα ψαροκάικα και τα λιγοστά δίχτυα είναι στην ίδια θέση που τα βρίσκω πάντοτε, το ίδιο και τ’ ολόλευκο εκκλησάκι. Θα ‘λεγε κανείς πως η ομορφιά τα καταφέρνει και χωρίς εμάς -ίσως μάλιστα και πολύ καλύτερα.


(16:05) Κάνω μια βόλτα στο εγκαταλελειμμένο νοσοκομείο Παναγία. Ασχέτως ημέρας, αποπνέει μοναξιά κι εγκατάλειψη. Είναι ένας τόπος χωρίς χρόνο: τι 15αύγουστος, τι πρωτοχρονιά. Πώς θα ήταν αν μπορούσαμε να μην ενδιαφερόμαστε για τον χρόνο; Να τον αντιλαμβανόμασταν ως μια τετάρτη διάσταση; Μια διάσταση στην οποία μπορεί κανείς να ταξιδέψει και να θυμηθεί τις μέρες στις οποίες όλα ήταν καλύτερα, χωρίς αυτό να του προκαλεί θλίψη; Τι κι αν δεν είσαι τώρα; Ήσουν κάποτε. Κι αυτό, ν’ αρκούσε.


(16:38) Μετά από τόσες ώρες, επέστρεψα σπίτι. Η μέρα αυτή του 15αύγουστου μου φάνηκε πλήρης. Η πόλη μου κράτησε συντροφιά. Μου απέδειξε πως δεν πρόκειται ποτέ, ούτε στε χειρότερά της, να με απογοητεύσει. Εγώ, αντίθετα, μπορώ και με το παραπάνω.

(16:41) Μπαίνω σπίτι κι η κουρτίνα φουσκώνει απ’ τον αέρα. Το φως μπαίνει γλυκά, διακριτικά. Έξω αχνοφαίνονται μερικές γλάστρες που θέλουν πότισμα. Μου θυμίζουν όλα αυτά πως είναι ακόμη καλοκαίρι -ακόμη και μέσα σε μια συνοικία χτισμένη από μπετό.


This Live Session has ended. See you next Friday.

Advertisements
Tagged with: