ΤΟ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ VI – Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ

(το προηγούμενο εδώ)

Τα Χανιά δεν είναι πολύ μακριά από τα Σεϊτάν λιμάνια. Είναι για πολλούς η πιο αντιπροσωπευτική πόλη της Κρήτης. Μεταξύ Χανιών και Ηρακλείου υπάρχει μια άτυπη κόντρα καλυτερότητας -αυτό το αίσθημα που σε προστάζει να πεις πως εμείς εδώ το κάνουμε καλύτερα αυτό το πράγμα (ό,τι κι αν είναι αυτό).

Μπαίνοντας στην πόλη των Χανιών αποφασίσαμε να ψάξουμε παρκάρισμα κοντά στο κατάλυμά μας, το οποίο ήταν στην καρδιά της παλιάς πόλης. Όπως διαπίστωσα δια της προσπάθειας, το να βρεις παρκάρισμα κοντά στην παλιά πόλη στο απόγειο της τουριστικής περιόδου είναι σαν να βρίσκεις μια σακούλα με κολλαριστά 500ρικα δίπλα στην πόρτα του σπιτιού σου -πράγμα που δε θα γίνει, και στην απίστευτη περίπτωση που γίνει θα κοιτάς γεμάτος δυσπιστία τη σακούλα (ή τη θέση) κάνοντας μορφασμούς καχυποψίας.


Μετά από πολύ κόπο βρήκαμε θέσεις σε ένα κοινοτικό πάρκινγκ δίπλα στο λιμάνι αφού περάσαμε μέσα από αυτό, με δεκάδες τουρίστες να μας στραβοκοιτούν και να μας υπενθυμίζουν πως δεν θα έπρεπε να βρισκόμαστε εκεί με το αυτοκίνητο. Εμείς τους κοιτούσαμε με βλέμμα αγνής απορίας -ένα βλέμμα αθωότητας που υποδηλώνει πως η δυσχερής θέση στην οποία έχεις βρεθεί ήταν αποτέλεσμα συνισταμένων οι οποίες κατά πολύ σε ξεπερνούν, κι όχι ότι είσαι γαϊδούρι.

Το GPS στην παλιά πόλη των Χανιών ήταν τόσο χρήσιμο όσο κι ένα σουγιαδάκι στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Τα στενά φαίνονταν να ακολουθούν εντελώς διαφορετική πορεία απ’ αυτή που έλεγε το GPS. Ένιωθα πως το σπίτι είναι σε βάρκα στη θάλασσα και συνεχώς αλλάζει μέρος. Τελικά, μετά από μερικούς κύκλους, εντοπίσαμε το σπίτι στο βάθος μιας σειράς αψίδων. Είχαμε συνεννοηθεί με τον ιδιοκτήτη να αφήσει το κλειδί κάτω από μία γλάστρα, και βρήκαμε τους υπόλοιπους φίλους μας να ψαχουλεύουν μια τεράστια γλάστρα περίπου 100 μέτρα μακριά από το σημείο που βρισκόταν το σπίτι. Βρήκαμε τη σωστή γλάστρα και το κλειδί στο μέρος που μας είχε υποδείξει ο ιδιοκτήτης. Η κατασκοπική αυτή ανεύρεση σε συνδυασμό με την τοποθεσία και την ομορφιά του σπιτιού αυτού, το έκαναν να μοιάζει βγαλμένο από κάποια ιστορία που είχα διαβάσει στο παρελθόν.


Η βραδινή βόλτα στα Χανιά αξίζει τον κόπο. Είναι μια πόλη πανέμορφη. Γραφικά στενά γεμάτα μαγαζάκια και είδη σουβενίρ, παγωτατζίδικα, μπαράκια και ρακάδικα. Όλα είναι κατάμεστα από κόσμο. Ίσως να έφταιγε αυτό που ένας φίλος μου έχασε επίσης το πορτοφόλι του στα Χανιά (βλέπε εδώ τις δικές μου περιπέτειες). Ίσως πάλι να πρέπει να σκεφτώ την (ελαφρώς παραλλαγμένη) παροιμία ηλίθιος ηλιθίω αεί πελάζει. Δείξε μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι. Το σκηνικό αυτό πάντως δεν χάλασε καθόλου το κλίμα της βραδιάς, παρά τις άκαρπες προσπάθειες για την ανεύρεση του πορτοφολιού και πολύ μπινελίκι.

Κι έτσι πέρασε αυτή η νύχτα στα Χανιά: γρήγορα, λες και δεν πέρασε ποτέ. Δεν προλάβαμε να καθίσουμε και να χαρούμε το σπίτι αυτό ή την τοποθεσία του. Μια βραδινή βόλτα, ένα χαμένο πορτοφόλι κι ένας πρωινός καφές συνοψίζουν τέλεια το χρονικό μου στην πόλη αυτή.


Ύστερα αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι ιδιαίτερα βλακώδες και κουραστικό: να πάμε στο Ελαφονήσι και να γυρίσουμε Ηράκλειο την ίδια ημέρα -διαδρομή την οποία αν δείτε στο χάρτη, θα διαπιστώσετε και μόνοι σας ότι είναι μακρινή και ελαφρώς απάνθρωπη. Το Ελαφονήσι όμως αξίζει κάθε κόπο και βρίσκεται δικαίως στη λίστα με τις 10 καλύτερες παραλίες του κόσμου. Η διαδρομή για εκεί περνά μέσα από μικρούς, οριακά επικίνδυνους δρόμους. Σε κάποιο σημείο συναντάς μια σήραγγα από την οποία χωρά να περάσει μόνο ένα αμάξι. Την κυκλοφορία ελέγχει τροχονόμος, αλλά πάντα μπορεί να συναντήσετε κάποιον ντόπιο ο οποίος θέτει εαυτόν υπεράνω του ΚΟΚ και περνά αβλεπί.


Τα νερά είναι καταγάλανα, η άμμος ροζ και στο σημείο που χωρίζονται τα δυο νησιά σχηματίζεται μια φυσική πισίνα. Το μέρος είναι μαγευτικό όμως το επισκεφτήκαμε σε κακή μέρα με πολύ αέρα. Ωστόσο, είναι καλό να επιλέγεις τις μάχες σου -δεν έχεις χρόνο για όλες, πόσο μάλλον για μία με τον καιρό.

Πήραμε έτσι τον μακρύ δρόμο του γυρισμού στο Ηράκλειο, ο οποίος -με μια μικρή ξεκούραση- θα συνεχιζόταν την επομένη για Θεσσαλονίκη.

Ξημέρωσε μέρα με αέρα. Ήταν σαν να κατάλαβε το νησί πως φεύγω -ίσως ήθελε να με φυσήξει μακριά μια ώρα αρχύτερα. Πέφτω κι εγώ στην παγίδα να συνδέω εαυτόν και καιρικά φαινόμενα με σχέσεις αιτιότητας, ενώ δεν έχουν καμία σχέση. Είναι ωστόσο σκληρό να συνειδητοποιείς την αδιαφορία της πλάσης. Τίποτε δε γίνεται σε σχέση με εσένα. Είναι όλα μια τεράστια συνδιακύμανση, μια όμορφη σύμπτωση που σε προκαλεί με τη γοητεία της να την περάσεις για αιτιότητα.


Στο καράβι φυσούσε αρκετά. Ένιωσα πάλι οριακά ανύπαρκτος, ένα αδύναμο τσόφλι στη μέση του πελάγους. Μου αρέσουν τα ταξίδια, διότι με προσγειώνουν. Συγκρίνομαι με πράγματα ομορφότερα, μηδενίζομαι και ξαναρχίζω. Τέτοια πράγματα γυρνούσαν στο μυαλό μου στις αεροπορικές θέσεις του έβδομου καταστρώματος ενώ με έπαιρνε ο ύπνος. Από πίσω, ένας υπεύθυνος φώναζε σε μια οικογένεια που είχε ξαπλώσει στο πάτωμα πως έχει παντού θέσεις να κάτσουν. Θέσεις δεν είχε όμως πουθενά.

Ξύπνησα όταν πλησιάζαμε στον Πειραιά. Πήρα έναν καραβίσιο καφέ και κοιτούσα το μεγάλο λιμάνι. «Παρακαλούνται οι οδηγοί ΙΧ να προσέλθουν στα αυτοκίνητά τους και οι κάτοχοι καμπίνας να επιστρέψουν τα κλειδιά στη ρεσεψιόν». Η φωνή αυτή είναι πάντοτε ενοχλητική. Σε βγάζει από τις σκέψεις σου, σε αναστατώνει. Περπατούσα κατά μήκος του πλοίου για να βρω τη σκάλα που θα με έβγαζε στο κατάστρωμα που είχα παρκάρει. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία στο μυαλό μου πως ένα βασικό κομμάτι του ταξιδιού είναι η επιστροφή.

Σε λίγο πιάναμε Πειραιά.

Advertisements
Tagged with: