ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ

Ησυχία. Το πράσινο κυριαρχεί, θυμίζει από πού όλα ξεκίνησαν -και πού τελειώνουν. Φυσά ένας αέρας και μου παίρνει μακριά τις σκέψεις. Κάποιες, ωστόσο, είναι γαντζωμένες επίμονα. Το τέλος πραγματικό, μα η θύμηση αλώβητη.

Τα κοιμητήρια είναι τεράστια. Ποτέ δε τα ‘χω γυρίσει όλα. Έχω πάει μονάχα στα μέρη που φιλοξενούσαν τους παππούδες μου -τα οποία ήταν, όλως περιέργως, κοντά το ένα στ’ άλλο. Ήταν μάλλον ένα καπρίτσιο της τύχης, μια μεταφυσική διευκόλυνση: να μη χρειάζεται να περπατούμε πολύ, από μνήμα σε μνήμα, για την τέλεση του μνημόσυνου.


Μνήμα –εκ του μιμνήσκω, -ομαι, ενθυμούμαι, βάζω κάτι στο νου μου. Το ίδιο το «ενθυμούμαι» σημαίνει πως έχω κάτι στο νου μου, σκέφτομαι. Το ρήμα προκύπτει από τη φράση «εν θυμώ τίθημι». O «θυμός» στα αρχαία ελληνικά δεν είχε τη σημερινή σημασία. Ο θυμός ήταν το κέντρο των συναισθημάτων, ο νους, η καρδιά, το κέντρο όλης της συναισθηματικής νοημοσύνης του ανθρώπου. Μ’ αυτό το ρήμα, οι αρχαίοι ενσάρκωναν τη θύμηση: βάζω κάτι στην καρδιά μου. Παραχωρώ στο αντικείμενο της θύμησής μου ολοκληρωτική κυριαρχία -με καταλαμβάνει. Βρίσκει, έτσι, μέσα μου, ζωή.

«Σε θυμάμαι» -μια φράση φορτισμένη. Μια φράση πιο βαριά απ’ όσο νομίζουμε. Απαιτεί συγκέντρωση. Πρέπει να κάνεις χώρο στην ψυχή σου για να χωρέσεις κάτι που έφυγε. Πρέπει επίσης να συγχωρέσεις τον εαυτό σου, διότι για να θυμηθείς πρέπει πρώτα να ξεχάσεις. «Δε θα σε ξεχάσω ποτέ» -ένα τεράστιο ψέμα. Όταν ο νους ταξιδεύει στιγμιαία μακριά, ξεχνάς. Είναι κι αυτό μια άμυνα. Κι η θύμηση επιστρέφει εκδικητικά, σαν ενοχλητικό χτύπημα στον ώμο που δε σ’ αφήνει σε ησυχία.

Κι έτσι ήρθε το «μνήμα». Κάτι το οποίο ερεθίζει τη μνήμη, Τη συγκεντρώνει, την κατευθύνει. Τα λιγοστά δευτερόλεπτα που βρίσκεσαι εκεί μπροστά αποτελούν τον χρόνο της θύμησης -οι σκληρές εκείνες στιγμές που θυμάσαι και τιμωρείς ταυτόχρονα τον εαυτό σου που δε θυμόσουν συχνότερα.


Στην είσοδο είναι μαζεμένες κυρίες που πουλάνε λουλούδια. Ο τρόπος που αναπτύσσεται η αγορά ακόμη κι εδώ είναι κάπως μακάβριος, ωστόσο κατανοητός. Η βιομηχανία του θανάτου είναι από τις ελάχιστες που δεν πρόκειται ποτέ να φαλιρίσουν, για τον απλούστατο λόγο πως οι άνθρωποι δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσουν να πεθαίνουν.

Προσπερνώ τις κυρίες οι οποίες με κοιτούσαν με αδιαφορία. Ενδεχομένως, μετά από τόσα χρόνια, έχουν μάθει να ξεχωρίζουν τους επίδοξους πελάτες. Ίσως δεν ήμουν αρκετά θλιμμένος. Ίσως κατάλαβαν πως το κίνητρό μου για να έρθω εδώ δεν ήταν το πένθος. Έμπειρα μάτια, εξεταστικά. Διαβάζουν πόσα δάκρυα έχεις χύσει με ακρίβεια.

Η εκκλησία στην οποία τελούνται οι νεκρώσιμες ακολουθίες δεν είναι μακριά από την είσοδο. Έχω μπει πολλές φορές εκεί, άλλες για ανθρώπους τους οποίους μετά βίας γνώριζα, άλλες για ανθρώπους δικούς μου. Τριγύρω υψώνονται περήφανα μερικές λεύκες. Δυο άντρες με στολή κάθονται σ’ ένα παγκάκι απέναντι. Φαίνεται πως είναι σχετικοί με το νεκροταφείο. Καπνίζουν ατάραχοι, παρατηρώντας με να περπατώ με ενδιαφέρον. Θέλουν να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους και να δουν τι ακριβώς θέλω να κάνω. Κοντοστέκομαι μπροστά απ’ την εκκλησία: είναι πλέον πολύ αργά για οπισθοχωρήσεις. Τα αυστηρά τους μάτια με καίνε στην πλάτη. Βάζω την κάμερα στη θήκη ως ένδειξη σεβασμού και κάνω ένα αποφασιστικό βήμα.

Δυο εργάτες είναι μέσα. Φωνάζουν δυνατά και αλλάζουν το κεντρικό χαλί. Είναι μέσα Αυγούστου και στην πόλη όλα παγώνουν -ακόμη κι ο θάνατος, φαίνεται. Δε με προσέχουν καν, ίσως μονάχα όπως θα πρόσεχε κανείς κάποιον περαστικό: με ξέχασαν προτού με δουν. Οι φωνές τους απαγορεύουν οποιαδήποτε προσπάθεια θρησκευτικής κατάνυξης. Ποιος θα έρθει άλλωστε τέτοια μέρα; Βλέποντάς τους συνειδητοποιώ πως κι ο σεβασμός συνηθίζεται, εξημερώνεται. Αν είσαι κάθε μέρα στην εκκλησία, κάποτε θα αρχίσεις να τη γκρεμίζεις νοητά μέχρι το μεδούλι, κι εκεί, στα γυμνά θεμέλια, θα τη δεις ως κτίριο.


Βγαίνω απ’ την εκκλησία. Οι δύο άντρες στο παγκάκι έχουν πειστεί πως δεν άξιζα την προσοχή τους και συζητούν μεταξύ τους καπνίζοντας. Κάτω από τη σκιά της μεγάλης λεύκας περνά ένα ρεύμα αέρα που με κάνει να ανατριχιάσω. Μου έρχεται στο νου η ταμπέλα της εισόδου: «Απαγορεύεται η είσοδος στα νεκροταφεία μετά τη δύση του ηλίου». Δεν νομίζω πως τα νεκροταφεία είναι ένα μέρος το οποίο θα ήθελα να επισκεφτώ μετά τη δύση του ήλιου. Ίσως μονάχα για να μπορώ να περηφανεύομαι στους φίλους μου για την «αντρειοσύνη» μου -πράγμα αβάσιμο, διότι οι νεκροί είναι ίσως το μοναδικό πράγμα που δεν πρέπει να φοβάσαι.

Οι νεκροί δε μιλούν. Αν μπορούσαν, θα είχαν πολλά να μας πουν. Κι εκεί βρίσκεται ακριβώς η σημασία της θύμησης: στη συνέχεια. Η μόνη μορφή -έστω ισχνή- της αθανασίας που μπορούμε να ψηλαφίσουμε είναι ετούτη: να ζει ένα κομμάτι των ανθρώπων μας μέσα μας. Να κουβαλάμε πάντα μια στάλα του θυμού τους. Κι ας ξεθωριάζει με τα χρόνια: μπλέκεται με τη δική μας, τη μπολιάζει. Κι έτσι πορευόμαστε.

Συχνά ξεχνώ, το παραδέχομαι. Κι όχι μονάχα τους πεθαμένους -τους ζωντανούς ακόμη, μια αμαρτία πικρότερη. Οι ρυθμοί της ζωής το επιβάλλουν -ή έστω αυτό λέω στον εαυτό μου, καθησυχαστικά. Κάθε που αντικρίζω μνήμα ή καντήλι, το μυαλό μου πετά κατευθείαν, με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο αντικείμενο της θύμησης. Τα «μνήματα» δεν είναι σημεία των πραγμάτων που όφειλες να θυμηθείς, αλλά σημεία πραγμάτων που δεν έπρεπε να έχεις ξεχάσει. Λαμβάνουν έναν ρόλο τιμωρού, σου κουνάνε δασκαλίστικα τον δείκτη. Παίρνουν τη μορφή του αγαπημένου προσώπου, σε ρωτούν: «κι όλας;»


Κοιτάζω γύρω μου. Όλα λειτουργούν σε χρόνο παρατατικό. Ραντίζω τα ρήματά μου με μια προσποιητή ζωντάνια κι εξακολουθητικότητα. Τα θέτω, αναπόφευκτα, στο παρελθόν -το μόνο μέρος στο οποίο μπορούν να λάβουν νόημα. Ένας χρόνος μεθυστικός, γοητευτικός -αφήνει περιθώρια. Ατελείς θάνατοι και ατελείς παρουσίες, όπως είπε και ο Barthes. Η εξουθενωτική φενάκη της μνήμης.

Φεύγω από τα μνήματα. Κοιτώ πίσω απ’ τον ώμο μου και τα βλέπω ακίνητα, να περιμένουν τον επόμενο να του θυμίσουν κάτι. Το πιο καλογυαλισμένο μνήμα το κουβαλώ μες στην ψυχή μου. Εκεί παραδέχομαι σιωπηλά πως ξέχασα και ξεπηδά η θύμηση: στο επίμονο καντήλι της μνήμης μου.

Advertisements
Tagged with: