Ο ΣΟΦΟΣ ΤΣΙΝΓΚ

Βρισκόμαστε σε ένα πλατό τηλεοπτικής εκπομπής. Ο Πρωταγωνιστής μας είναι ένας εξαιρετικά δημοφιλής ταξιδευτής, του οποίου τα απομνημονεύματα κάνουν τον γύρο του κόσμου και έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Μεγάλες εταιρίες τον σπονσοράρουν για μια απλή αναφορά και τα μεγαλύτερα τηλεοπτικά δίκτυα συνεργάζονται μαζί του για να μαγνητοσκοπήσουν τις περιπέτειές του στις 4 γωνιές της γης. Είναι ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα πρόσωπα παγκοσμίως σε μια σπάνια, ζωντανή τηλεοπτική συνέντευξη. Ο Παρουσιαστής κάθεται σε ένα μεγάλο γραφείο και ο Πρωταγωνιστής σε μια αναπαυτική πολυθρόνα. Στο στούντιο υπάρχει κοινό το οποίο έχει χρυσοπληρώσει τις θέσεις, ενώ εκατομμύρια τηλεθεατές παρακολουθούν από το σπίτι. Τοποθετούμαστε στα μέσα της συνέντευξης, όταν πια ο Πρωταγωνιστής έχει βρει ρυθμό και μιλά πιο άνετα με τον παρουσιαστή.


 

(παρ) -Το τελευταίο σας ταξίδι, εάν δεν απατώμαι, ήταν στην Κίνα.

(πρω) -Σωστά. Ακόμη ρεύομαι τα νουντλς.

(γέλια)

(παρ) (χαμογελά) -Μείνατε καιρό εκεί;

-Η αλήθεια είναι πως όχι. Θα έλεγα πως κάθισα πάρα πολύ λίγο μάλιστα. Μια τέτοια χώρα χρειάζεται βδομάδες ολόκληρες να τη συνηθίσεις. Εγώ αντίθετα, λόγω απροόπτων, χρειάστηκε να φύγω πάνω στη βδομάδα.

-Απροόπτων; Κάποια αρχαία κινεζική κατάρα;

-(χαμογελά) Μπορείς να το πεις κι έτσι.

-Έγινε κάτι κοσμοϊστορικό;

-Αναλόγως για ποιον κόσμο μιλάμε. Για τον δικό μου, ναι. Ίσως ήταν η συγκλονιστικότερη εμπειρία ταξιδιού στην μέχρι τώρα καριέρα μου.

Η αίθουσα, μαζί με τους εκατομμύρια τηλεθεατές, παγώνει. Ο άνθρωπος αυτός έχει κατακτήσει την κορυφή του Έβερεστ. Έχει κάνει καταδύσεις στις πιο απρόσιτες θάλασσες. Έχει διεισδύσει ινκόγκνιτο στις πιο σκληροτράχηλες και επικίνδυνες συμμορίες τις Βραζιλίας χωρίς κανείς να υποψιαστεί το παραμικρό κι έχει επιβιώσει σε δάση, στέπες, ερήμους και παγωμένες εκτάσεις. Η συγκλονιστικότερή του εμπειρία θα πρέπει να είναι, πραγματικά, εξωκοσμική.

(παρ) (ξεροκαταπίνει) -Θα μπορούσατε ίσως να μας δώσετε κάποιες παραπάνω λεπτομέρειες;

(πρω) -Βεβαίως. Μου ζητάτε να σας πω την ιστορία του Σοφού Τσινγκ.

(απορία) -Του… Σοφού Τσινγκ;

-Ναι. Όμως, ας τα πάρουμε απ’ την αρχή.

Ήταν η 6η ημέρα του ταξιδιού μου. Είχα δει τις μεγαλύτερες τουριστικές ατραξιόν που είχε να προσφέρει το Πεκίνο και οι τριγύρω περιοχές κι ήμουν έτοιμος για κάτι μεγαλύτερο. Κάτι, τέλος πάντων, άξιο να καταγραφεί. Κάτι που δε θα μπορούσε να βρει κανείς σ’ εκείνους τους απαράδεκτους τουριστικούς οδηγούς των περιπτέρων. Έκανα λοιπόν μερικά τηλέφωνα, κίνησα μερικά νήματα, έκανα και μια προσωπική έρευνα και κατάφερα να εντοπίσω το όνομα του Σοφού Τσινγκ.

-Μα ποιος είναι τέλος πάντων αυτός ο Σοφός Τσινγκ;

-Όπως θα σας έλεγε κι εκείνος… Υπομονή. Όλα θα πάρουν σχήμα.

Στη βάση όλων των ανατολικών λαών κρύβεται μια βαθιά σοφία. Όλοι έχουμε στο νου μας ανατολίτες πάνσοφους γέρους με περίεργα γένια που μιλάνε 2 φορές το χρόνο και τρώνε ένα σπυρί ρύζι την ημέρα. Άνθρωποι που έχουν ψηλαφίσει μια ανώτερη μορφή ύπαρξης και εσωτερικής γαλήνης.

Στην Κίνα θα συναντήσετε πολλούς τέτοιους, ακόμη και σε κεντρικές πλατείες. Με τα χρόνια βέβαια, έχω καταλάβει τι απευθύνεται στον τουρίστα και τι είναι αυθεντικό -βέβαια, δε χρειάζεται να είσαι ντετέκτιβ για να καταλάβεις ότι ο γέρος στη μέση της πιο πολύβουης πλατείας του Πεκίνου δεν αναζητά την εσωτερική του γαλήνη, αλλά αντίθετα πασχίζει να κλέψει μερικά λεφτά από τους φουκαράδες τους τουρίστες. Χρωστούσα στους αναγνώστες μου κάτι το πραγματικό. Ένα απόσταγμα σοφίας από το στόμα ενός πραγματικού ανατολίτη σοφού, που κρύβεται σε ένα καλύβι στην πιο απόμακρη κοιλάδα.

Μετά από μέρες ερευνών λοιπόν, κατάφερα να εντοπίσω το όνομα του Σοφού Τσινγκ. Οι αναφορές για τον τόπο διαμονής του διέφεραν κατά πολύ. Άλλες τον ήθελαν μυθικό πρόσωπο που ζει στον ουρανό. Άλλες τον ήθελαν τσαρλατάνο που κοροϊδεύει τον κόσμο. Άλλες έλεγαν πως δεν υπήρξε ποτέ και πως υπάρχουν πολλοί «Τσινγκ» -κάτι σαν αυτά που έλεγαν για τον Όμηρο, ένα πράγμα.

Ο Σοφός Τσινγκ φάνταζε άπιαστο όνειρο. Μια μέρα, ωστόσο, ένας καλός μου φίλος και συνεργάτης τον οποίο έχω εμπιστευτεί πολλές φορές στο παρελθόν μου έδωσε το όνομα μιας πηγής. Ένα στεγνοκαθαριστήριο χωμένο σ’ ένα στενό στο Πεκίνο. Μου είπε πως ο παππούς που το έχτισε ήταν παλιά μοναχός. Με τα χρόνια αποφάσισε να επιστρέψει στα εγκόσμια για να κάνει οικογένεια. Το ημερολόγιό του από τις «μοναχικές» του ημέρες δεν παρουσίαζε κανένα λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Το είχε εκδώσει σαν ένα δώρο στα εγγόνια του. Περιείχε, πάντως, πολλές αναφορές στον Σοφό Τσινγκ και την απύθμενη σοφία του.

Εντόπισα το στεγνοκαθαριστήριο. Μαζί μου κουβαλούσα και έναν νεαρό Κινέζο φοιτητή σαν μεταφραστή, διότι δε μιλώ λέξη κινέζικα. Ο φοιτητής αυτός μου άρεσε γιατί μιλούσε μόνο όταν έπρεπε, δηλαδή όταν καλούνταν να μεταφράσει. Είναι μεγάλος μου θαυμαστής, όμως ξέρει να κρατά το στόμα του κλειστό -μια δεξιότητα σπουδαία. Τον επέλεξα λοιπόν για τον πονοκέφαλο που ποτέ δε μου δημιούργησε.

Μπαίνοντας μέσα, είχα τη φοβία μήπως συναντήσουμε κανέναν μυστήριο γέρο. Ξέρετε, από εκείνους που στο άκουσμα ενός ονόματος του παρελθόντος, γουρλώνουν τα μάτια και σε διαολοστέλνουν σαν να είπες το όνομα του ακατανόμαστου. Από εκείνους που δεν τα ‘χουν καλά με το παρελθόν τους και πασχίζουν να το ξεχάσουν.

Ο γέρος αυτός δεν ήταν έτσι. Το όνομα του Σοφού Τσινγκ ήχησε στ’ αυτιά του σαν παραδοσιακή ανατολίτικη μελωδία και μας χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο αποκαλύπτοντας όλα τα σάπια δόντια του -και τα 4. Φλυαρούσε αρκετή ώρα για τον Σοφό Τσινγκ και την εξωκοσμική, ώρες-ώρες απόκοσμη σοφία του, καθώς και για τα κατορθώματά του.

Με τα πολλά, κατάλαβε πως δεν ζητούσα μονάχα πληροφορίες περί ανέμων και υδάτων, αλλά και μια πραγματική τοποθεσία. Ο γέρος σούφρωσε τα μάτια, έξυσε μια ελιά στο πιγούνι του και κατέβασε από το πατάρι έναν ξεσκισμένο, κατασκονισμένο χάρτη μιας μακρινής, απρόσιτης επαρχίας. Ψιθύρισε κάτι ακαταλαβίστικα και έδειξε το κέντρο μιας κοιλάδας στην άκρη του κόσμου. «Εδώ» είπε «είναι το σπίτι του Σοφού Τσινγκ». «Μα εδώ» του μετέφρασε ο μικρός «είναι η άκρη του κόσμου!»

«Πολλές φορές, μικρέ μου» του απάντησε ο σαπιοδόντης Κινέζος «πρέπει να φτάσεις στην άκρη του κόσμου για να βγεις στη μέση της ψυχής σου».

Αυτή ήταν μια αρκετά μεγάλη δόση ανατολίτικης σοφίας για μια μέρα. Σημείωσα την τοποθεσία στο κινητό μου, ευχαρίστησα τον παππού και βγήκα στο πολύβουο Πεκίνο. Η άκρη του κόσμου ποτέ δε φάνταζε πιο προσιτή.

Κατευθείαν άρχισα να οργανώνω το πλάνο. Έπρεπε να πάρουμε αεροπλάνο, να αλλάξουμε 2 τρένα και να κατέβουμε σε ένα μικρό χωριό. Από εκεί, το τοπικό λεωφορείο θα μας άφηνε στην άκρη του μεγάλου δάσους, από όπου είχαμε 2 μέρες πεζοπορία για να φτάσουμε στο κέντρο της μεγάλης κοιλάδας, όπου θα μας περίμενε ο Σοφός Τσινγκ -ή, τέλος πάντων, το τέρας της αποκάλυψης ή ο Έλβις Πρίσλεϊ.

(γέλια)

(παρ) -Και εμπιστευτήκατε την ασθενή μνήμη του γέρου στεγνοκαθαριστή;

(πρω) -Αν δεν το είχα κάνει, τι ακριβώς θα συζητούσαμε τώρα;

Τα πράγματα έγινα όπως σας τα περιέγραψα. Φτάσαμε στην άκρη του μεγάλου δάσους παρέα με τον μεταφραστή μου, ο οποίος τα βρήκε λιγάκι σκούρα στη συνέχεια. Η πεζοπορία τον ζόρισε, η νύχτα στο δάσος τον έκανε να κλαίει σαν κοριτσάκι, όμως τελικά καταφέραμε να διασχίσουμε το δάσος και να βγούμε στην μεγάλη κοιλάδα. Υπήρχαν στιγμές που ένιωσα σαν εκείνους τους ηλίθιους που αναζητούν μανιωδώς το νόημα της ζωής, κάνουν χίλια χιλιόμετρα με τα πόδια και αντικρίζουν έναν ζαρωμένο γέρο που δεν μπορεί να αρθρώσει λέξη.

Ήταν, όμως, ένα ρίσκο που έπρεπε να πάρω.

Με τα πολλά, φτάσαμε στο κέντρο της κοιλάδας. Αντικρίσαμε ένα μικρό, προσεγμένο σπίτι με κήπο. Στην αυλή καθόταν ο άνθρωπος που έψαχνα: γέρος, φορώντας μια παραδοσιακή φορεσιά με μια μακριά, γκρίζα γενειάδα που έφτανε μέχρι τον αφαλό του. Είχε τα χέρια του ενωμένα και τα μάτια του κλειστά. Τον πλησιάσαμε με φόβο και πριν προλάβουμε να αρθρώσουμε λέξη μας είπε, δίχως να ανοίξει τα μάτια του:

-Καλώς ορίσατε.

Όχι, δεν είπε «σας περίμενα». Ένας σοφός γέρος είναι, όχι ο Ιησούς Χριστός.

(γέλια)

Σηκώθηκε και προχώρησε προς το σπίτι. Προς μεγάλη μου έκπληξη, είδα πως το σπίτι ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο χωρίς πόρτες και έπιπλα. Το ξύλινο πάτωμα ήταν πεντακάθαρο. Πού κοιμόταν αυτός ο άνθρωπος; Πώς ζεσταινόταν τον χειμώνα και, τέλος πάντων, δεν τον έτρωγε η μοναξιά; Αποφάσισα πως υπάρχουν ερωτήματα που δε θα απαντηθούν ποτέ, αλλά και άνθρωποι πολύ καλύτεροι από εμένα. Όχι σε κάτι συγκεκριμένο, αλλά σε όλα. Άνθρωποι που τα ‘χουν καλά με τον εαυτό τους τόσο πολύ, που επιβάλλουν στον εαυτό τους μια άκρα μοναξιά. Η μόνη τους παρέα, οι σκέψεις τους.

Κάθισα απέναντι απ’ τον γέρο ελαφρώς θυμωμένος. Έχω ξοδέψει ολόκληρή μου τη ζωή ταξιδεύοντας, γνωρίζοντας ανθρώπους. Έχω γυρίσει όλον τον κόσμο, προσπαθώντας να σεβαστώ το ύψιστο δώρο που μου χαρίστηκε: τη ζωή μου. Δυο πόδια και το χάρισμα, το δικαίωμα να τα χρησιμοποιώ. Κι ετούτος εδώ ο παππούλης αποφάσισε να ορθώσει τείχος ανάμεσα σ’ αυτόν και τους λοιπούς ανθρώπους. Είχα, μα την αλήθεια, πολλά να του πω. Μας χώριζε ένα χάσμα που δε το γεφύρωνε τίποτε, καμία γέφυρα και καμία συνθήκη.

Ο Σοφός Τσινγκ καθόταν σιωπηλός απέναντί μου. Είχε τα μάτια του κλειστά. Δεν γνωρίζω αν διαλογιζόταν ή όχι -με μπερδεύουν κάπως αυτά τα πράγματα. Ο μεταφραστής μου ψιθύρισε στο αυτί πως ο Σοφός Τσινγκ θα μιλούσε μόνο όταν αισθανόταν έτοιμος να μιλήσει.

Δε σας κρύβω πως μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Η γαλήνη αυτή μου μεταφράστηκε σε γαϊδουριά, χωρίς καν να μεσολαβήσει ο μικρός. Είναι αλήθεια πως το άγγιγμα του γέρου μυρίζει υπομονή και το δικό μου κράτημα βρωμάει βιασύνη. Μονίμως βιάζομαι για το επόμενο ταξίδι και την επόμενη εμπειρία. Κι ετούτος κάθεται ήρεμος, σαν να έχει βιώσει τα πάντα, μην έχοντας ποτέ του ξεμυτίσει απ’ τα όρια του διαλογισμού του.

Πέρασα ένα βασανιστικό μισάωρο. Είναι, νομίζω, η περισσότερη ώρα που ‘χω ξοδέψει στη ζωή μου ακίνητος. Ο Σοφός Τσινγκ καθόταν γαλήνιος. Δεν κουνιόταν τρίχα στο κορμί του. Τα μακριά του γένια άγγιζαν το ξύλινο πάτωμα και τα βλέφαρά του στεκόντουσαν με μια ακινησία οριακά νεκρική.

Ξαφνικά, ο Σοφός Τσινγκ μίλησε. Ο μεταφραστής γρήγορα μου μετέφρασε: «τι ζητάς από τον Σοφό Τσινγκ;» Εγώ, έχοντας ξοδέψει την ώρα μου με το να νευριάζω με τη γαλήνη που επικρατούσε στην πεδιάδα, δεν είχα καν σκεφτεί τι θα τον ρωτούσα. Ο γέρος μ’ έπιασε στον ύπνο, κι εγώ, πάντα ετοιμόλογος, του ‘κανα την ερώτηση που ‘χα βαλθεί να ειρωνεύομαι.

-Σοφέ Τσινγκ… Ποιο είναι το νόημα της ζωής;

Ο μεταφραστής το μετέφρασε μ’ ένα βλέμμα απορίας και δυσπιστίας. Απ’ αυτά που είπε, ξεχώρισα μόνο τη λέξη «Τσινγκ». Με ηρέμησε κάπως αυτό. Δεν γίνεται ποτέ να εμπιστεύεσαι έναν μεταφραστή. Μπορεί να λέει συνεχώς αρλούμπες στους συνομιλητές και να διασκεδάζει με την άγνοιά σου.

Στο άκουσμα της ερώτησης, ο Σοφός Τσινγκ άνοιξε τα μάτια του. Όχι ορθάνοιχτα, γουρλωμένα. Τίποτε στις κινήσεις του δε προδίδει έκπληξη. Είναι σαν να γνωρίζει πάντοτε εκ προοιμίου. Ίσως αυτή είναι η γαλήνη που έρχεται με τη γνώση. Ίσως αυτή είναι η γαλήνη που ψάχνω στις 4 γωνιές της γης.

Το βλέμμα του μ’ έκανε ν’ ανατριχιάσω. Εκεί μέσα κρυβόταν ένας κόσμος άγνωστος σ’ εμένα. Ένας κόσμος ήρεμος, γαλήνιος και παρθένος. Τίποτε σ’ αυτόν τον κόσμο δε θυμίζει εμένα. Κι εγώ, ο ανόητος, μπήκα σ’ έναν άγνωρο κόσμο ζητώντας το νόημα της ζωής. Ακόμη κι αν μου πει ένα νόημα, θα ‘ναι ένα νόημα ξένο. Δεν θα εφαρμόζει πάνω μου. Ζω μια ζωή σε μια διαρκή κινητικότητα που μέσα της δε χωρά γαλήνη.

Τι θα μου πεις, σκέφτηκα, Σοφέ Τσινγκ, που δε θα με κάνει να γελάσω;

Ο Σοφός Τσινγκ είπε κάτι στα κινέζικα. Κατευθείαν έκλεισε τα μάτια του και βυθίστηκε σ’ έναν βαθύ διαλογισμό. Γύρισα αμέσως και κοίταξα τον μεταφραστή στα μάτια, κρεμάμενος από τα χείλη του για ένα ύψιστο νόημα.

-Τι είπε; Πες μου τι είπε!

-Ξέρω πως θα σας φανεί περίεργο, όμως…

-Εδώ που φτάσαμε δεν μου αξίζει τίποτε λιγότερο από ελαφρώς παρανοϊκό. Απλώς πες μου τι είπε.

-Είπε… 34.

-34; Τι εννοείς 34;

-Αυτό που ακούτε! Είπε απλώς 34!

(γέλια)

(παρ) -Στην ερώτηση «ποιο είναι το νόημα της ζωής» ο Σοφός Τσινγκ αποκρίθηκε… 34;

(πρω) -Όπως σας βλέπω και με βλέπετε. Μου θύμισε όλο αυτό εκείνο το ανέκδοτο με τα ροζ μπαλάκια. Ξέρετε, με τον τύπο που μάζευε ροζ μπαλάκια όλη του τη ζωή, κι όταν, στο νεκροκρέβατο, η οικογένειά του με αγωνία περίμενε να τους εκμυστηρευτεί το γιατί, εκείνος είπε: «τα ροζ μπαλάκια τα μάζευα γιατί…» και ξεψύχησε.

(γέλια)

(πρω) -Όσες ερωτήσεις κι αν έθεσα στον Σοφό Τσινγκ ύστερα από την μυστηριώδη του απάντηση, εκείνος δεν αποκρίθηκε. Έπεσε σ’ έναν βαθύ διαλογισμό δίχως προηγούμενο. Μήπως έκανε και τίποτε άλλο σ’ όλη του τη ζωή; Διαλογιζόταν για ένα «34». Αν είναι αυτή η ζωή της απομόνωσης, είπα στον εαυτό μου, αρνούμαι να τη βιώσω έστω και για ένα ακόμη λεπτό.

Σηκώθηκα γελώντας. Είπα στον μεταφραστή να εξαφανιστούμε το γρηγορότερο απ’ αυτήν την καταραμένη κοιλάδα. Βγαίνοντας από το σπίτι, φώναξα στον Σοφό Τσινγκ -ο οποίος, προφανώς, δεν σηκώθηκε για να μας ξεπροβοδίσει-:

-Να σου ζήσει το «34», Σοφέ Τσινγκ.

Κι έτσι, πήραμε το δρόμο του γυρισμού.

(παρ) (χειροκροτήματα) -Οφείλω να ομολογήσω πως δεν την περίμενα μια τέτοια εξέλιξη. Πάντως, δεν μπορείτε να έχετε παράπονο. Η ιστορία αυτή είναι, αν μη τι άλλο, ξεκαρδιστική!

(πρω) (χαμογελά) -Βλέπω πως σας διακατέχει μια βιασύνη παρόμοια με τη δική μου. Η ιστορία του Σοφού Τσινγκ δεν τελειώνει εκεί.

(ψίθυροι στο κοινό)

(παρ) -Μήπως συμπλήρωσε και «Πέμπτη βράδυ» στην απάντησή του;

(γέλια)

(πρω) (γελάει) -Δεν συμπλήρωσε τίποτε. Είμαι σχεδόν σίγουρος πως, ακόμη και σήμερα, είναι εκεί που τον άφησα.

Με τον μεταφραστή μου πήραμε το δρόμο της επιστροφής εμφανώς απογοητευμένοι. Ο Σοφός Τσινγκ άρχισε να μετατρέπεται στο μυαλό μου σε τσαρλατάνο μεγάλου βεληνεκούς. Άκου εκεί «34». Έκανα πόσα χιλιόμετρα για ν’ ακούσω ένα νούμερο. Προσπάθησα να το δω κι από τη θετική πλευρά, αυτή που σε κάνει να ξεκαρδίζεσαι με τη γελοιότητα της απάντησης. Αυτό βοήθησε κάπως.

Φτάσαμε στον σταθμό του τελευταίου τρένου, εκεί που θα κάναμε την αεροπορική σύνδεση για Πεκίνο. Κατέβηκα στην αποβάθρα συνοφρυωμένος. Το ταξίδι δεν είχε αποτύχει σε καμία περίπτωση. Απλώς δεν μπορούσα να χωνέψω πως ένας άνθρωπος μακριά απ’ τον κόσμο μπορεί να περνιέται για σοφός. Τι είναι αυτό που τον κάνει παντογνώστη; Οι ώρες μοναξιάς; Η απουσία εμπειρίας ή ένα καταραμένο «34»;

Βυθισμένος στις σκέψεις μου, κοίταξα σε μια γωνία της αποβάθρας. Ήμουν αρκετές ώρες άυπνος, άφαγος και ταλαιπωρημένος. Έτριψα καλά τα μάτια μου, όμως  αποκλείεται αυτό που έβλεπα να ήταν ψέμα. Ήταν εκεί, μπροστά στα μάτια μου, κρατώντας μια ροζ βαλίτσα.

(παρ) -Ποιος κρατούσε τη ροζ βαλίτσα;

(πρω) -Εκείνη.

(ψίθυροι)

(παρ) (παύση) -Τι εννοείτε όταν λέτε «εκείνη»;

-Όταν λέω «εκείνη», εννοώ «ο λόγος που ταξιδεύω».

(παίρνει μια βαθιά ανάσα)

Ξέρετε, ποτέ μου δεν έχω κάνει ούτε ένα ταξίδι.

(αναστάτωση)

Ήταν, όλα, μια μεγάλη φυγή.

Ποτέ δε βρήκα μέσα μου τη γαλήνη. Κι αυτό γιατί το σημαντικότερο ίσως κομμάτι ενός ταξιδιού, είναι πάντα η επιστροφή. Εγώ δεν είχα ποτέ πού να επιστρέψω. Εκείνη δεν μπορούσε να χτίσει σπίτι με ένας άνθρωπο που φεύγει διαρκώς, κι εγώ δε μπορούσα να χτίσω μια ζωή χωρίς αυτήν. Γιατί ζωή χωρίς αυτήν, δε νοείται.

Πάλευα να ξεφύγω από έναν κόσμο που δεν την περιέχει. Πήγα  στις 4 γωνιές της γης και με περίμενε παντού. Κι αυτό γιατί την έχω να κάθεται στις πιο απόμακρες γωνιές του νου μου, την κουβαλώ μες στην ψυχή μου. Την είδα στην πιο ψηλή κορυφή του κόσμου, να κάθεται δυο μέτρα πάνω από εμένα. Την είδα στην πιο βαθιά θάλασσα να κολυμπά γαλήνια. Την είδα στο πρόσωπο άγριων ζώων τις πιο επικίνδυνες στιγμές μου. Στα μεγάλα μνημεία του κόσμου, γι’ αυτήν πλήρωσα το εισιτήριο. Για να πιούμε, έστω και νοητά, έναν καφέ μαζί.

Τρέχω μια ζωή να βρω έναν κόσμο χωρίς αυτή: κι αποτυγχάνω. Κι έτσι βαθιά μέσα μου γνώριζα πως δεν ταξιδεύω, αλλά ξεφεύγω από έναν κόσμο που δεν μου ταιριάζει. Κι εκεί, μέσα στην αποβάθρα, βλέποντάς την να με κοιτά κρατώντας την ροζ της βαλίτσα, κατανόησα τον πλούτο στο βλέμμα του Σοφού Τσινγκ. Όταν δε φοβάσαι το σπίτι σου, είσαι ο πιο πλούσιος άνθρωπος στον κόσμο.

(μεγάλη αναστάτωση, χειροκροτήματα)

Μέσα στην αναμπουμπούλα, είδα τον μεταφραστή να φεύγει οριακά τρέχοντας. Είχε καταλάβει τι είχε συμβεί. Είχε δει φωτογραφίες της στο πορτοφόλι μου, είχε ακούσει γι’ αυτήν τις ατέλειωτες ώρες μας στο τρένο. Έξυπνο παιδί ήταν, δεν  του πήρε πολύ να κάνει τη σύνδεση. Καταλαβαίνω τη διακριτικότητά του να θελήσει να φύγει, όμως γιατί έτσι;

Είπα σ’ εκείνη να μου δώσει δυο λεπτά κι έτρεξα να τον προλάβω. Τον πρόλαβα λίγο πριν βγει απ’ την αποβάθρα, το νούμερο της οποίας ήταν γραμμένο σε κινέζικους, ακαταλαβίστικους χαρακτήρες.

-Τι σου συνέβη άνθρωπέ μου; Τον ρώτησα σταματώντας τον και πιάνοντάς τον απ’ τον ώμο.

Ο μεταφραστής γύρισε. Είχε χλωμιάσει. Τα μάτια του γυάλιζαν και ήταν γουρλωμένα. Με κοίταξε στα μάτια -το τρίτο βλέμμα εκείνες τις μέρες που με συντάραξε- και μου είπε ψιθυριστά:

-Βρισκόμαστε στην αποβάθρα 34.

Δεν είχα τίποτε άλλο να του πω. Του άφησα τον ώμο και χάθηκε μέσα στην κοσμοσυρροή. Κι εγώ, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, έβλεπα φιγούρες να έρχονται και να φεύγουν, πάνω σε μια αποβάθρα που, πίσω απ’ τους κινέζικους χαρακτήρες της, έκρυβε το νόημα μιας ζωής μέχρι πρωτίστως ξένης, αλλά άξαφνα τόσο γνώριμης: δικής μου.

Σήκωσα τη βαλίτσα μου, σήκωσα και τα κομμάτια μου που είχαν σκορπιστεί κι έτρεξα σαν μικρό παιδί σ’ εκείνη. Με περίμενε ακόμη με τη ροζ της βαλίτσα, χαμογελαστή. Σταμάτησα μπροστά της. Δεν ήθελα να ακούσω τίποτε. Της έδωσα ένα φιλί που μύριζε σπίτι πάνω στην αποβάθρα 34.

Είχε γυρίσει τον κόσμο ανάποδα. Όταν ταξιδεύω δεν είμαι ακριβώς ο πιο εύκολος άνθρωπος να εντοπίσεις. Βρήκε τον συνεργάτη μου που με παρέπεμψε στον στεγνοκαθαριστή. Πήρε την πρώτη πτήση για Πεκίνο και το πρώτο ταξί για το στεγνοκαθαριστήριο. Ένας Θεός ξέρει πως συνεννοήθηκε με τον γέρο με τα σάπια δόντια,, όμως έμαθε την τοποθεσία του Σοφού Τσινγκ. Ακολούθησε την ίδια διαδρομή μ’ εμένα. Δεν ξέρω τι θα έκανε στο δάσος με τη ροζ της βαλίτσα. Ίσως ήξερε κι εκείνη πως θα βρεθούμε στην αποβάθρα 34.

Τουλάχιστον, ένας γέρος με γκρίζα γενειάδα φαίνεται πως το γνώριζε κάπως.

(έντονα χειροκροτήματα και σφυρίγματα)

(παρ) (καθαρίζει το λαιμό του) -Δεν περίμενα ποτέ μια τέτοια εξέλιξη σε μια τόσο περίεργη ιστορία. Η ζωή είναι όμως τόσο απρόβλεπτη! Πιστεύω πως αυτό είναι το τέλος της ιστορίας σας. Δηλαδή, δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να συμβεί.

(πρω) -Το ταξίδι μου στην Κίνα ήταν το τελευταίο μου ταξίδι. Αυτό ήθελα να ανακοινώσω σήμερα σε τηλεθεατές, φίλους και θαυμαστές.

(σαστιμάρα, νεκρική σιγή)

(παρ) -Μα ελάτε τώρα. Δεν γίνεται ένας άνθρωπος όπως εσείς να σταματήσει να ταξιδεύει.

-Όπως σας είπα, δεν έχω κάνει ποτέ μου ούτε ένα ταξίδι. Έχω πραγματοποιήσει εκατοντάδες καλοστημένες και επιτυχημένες διαφυγές, ταξίδι όμως, ποτέ. Βρήκα ένα λιμάνι στην άκρη του κόσμου. Ακριβώς στο σημείο που είχε υποδείξει ο γέρος ότι θα βρω τη μέση της ψυχής μου.

Το Λιμάνι μου, κύριε Παρουσιαστή, είναι Εκείνη.

Έχει γυρίσει πολύ το καράβι μου. Σε ό,τι λιμάνια βάζει ο νους σας. Μικρά ή μεγάλα. Φτωχά ή λαμπρά. Εμπορικά, τουριστικά ή και τα δύο. Από τη Λατινική Αμερική ως την Αυστραλία. Το μοναδικό λιμάνι που μου έλειπε, αυτό που ήθελα για να συμπληρώσω τη συλλογή μου, ήταν εκείνο στο οποίο θα μπορούσα να επιστρέφω.

Ήμουν πλοίο καταδικασμένο σ’ ένα μόνιμο «πήγαινε». Κι είχα θάψει το «έλα» πολύ βαθιά. Και τώρα, γλειμμένος από χίλια κύματα και ολόγιομος θάλασσα, το «έλα» είναι πολύ γλυκό για να τ’ αγνοήσω.

Σε όλους εσάς εκεί έξω, τους ταξιδευτές, τους τουρίστες, τους ανήσυχους, έχω να πω ένα πράγμα:

Πριν ξεκινήσετε το «πήγαινε», φροντίστε για το «έλα».


Οι δηλώσεις του Πρωταγωνιστή είχαν μεγάλη επιρροή στο κοινό του. Άλλοι σεβάστηκαν την απόφασή του, άλλοι θύμωσαν με τη δειλία του, άλλοι συγκινήθηκαν με τις δηλώσεις του περί Λιμανιού. Ζει ακόμη και σήμερα με Εκείνη, σ’ ένα σπίτι στην εξοχή στον αριθμό 34. Ο δρόμος τους είναι γαλήνιος, γεμάτος δέντρα. Ο Πρωταγωνιστής φύτεψε έναν μικρό κήπο. Του θυμίζει μια παλιά του γνωριμία: έναν σοφό στη μέση μιας γιγάντιας πεδιάδας.

Εκείνη υπήρξε, μέχρι σήμερα, το μόνο ταξίδι της ζωής του.

Advertisements
Tagged with: